Με την ευκαιρία της προβολής στις αίθουσες του «Ισοβίτες» στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Γιώργος Καλαποθαράκος μίλησε με έναν Ελληνα ηθοποιό που χωρίς ποτέ να γίνει αυτό που λέμε
«σταρ» είναι αντικειμενικά ένας από τους καλύτερους της γενιάς του.
Στο περυσινό φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης έτυχε να δω μια ελληνική ταινία που με έκανε να πιστέψω ότι αξίζει να παρακολουθώ το ελληνικό σινεμά. Αξίζει γιατί καμιά φορά σου προσφέρει μικρά διαμάντια σαν το «Ισοβίτες»...Εκεί έκανα και την πρώτη μου γνωριμία με τον Τάκη Σπυριδάκη, έναν εκ των πρωταγωνιστών της ταινίας. Λίγους μήνες αργότερα τον ξαναείδα στο Φεστιβάλ Cult Ελληνικού Κινηματογράφου στο «Gagarin 205» και δεν έχασα ευκαιρία να τον ρωτήσω τί έγινε τελικά με αυτή την ταινία και πότε επιτέλους θα βγει στους κινηματογράφους. Αποτέλεσμα ήταν να δώσουμε ένα ραντεβού την επόμενη εβδομάδα για μια φιλική κουβέντα - τύπου συνέντευξης - για να μιλήσουμε για το «Ισοβίτες» αλλά και για τον ίδιο. Στην έρευνα που έκανα στο Διαδίκτυο για τις ταινίες στις οποίες έχει παίξει ο Τάκης Σπυριδάκης ανακάλυψα πολλές ανακρίβειες και αποφάσισα να ξεκινήσω την συνέντευξη αποσαφηνίζοντας την φιλμογραφία του αλλά, επί τη ευκαιρία, να του αποσπάσω και δύο λόγια για κάθε μια. Η πρώτη ταινία που έχει κάνει στην καριέρα του ήταν το «Γλυκιά Συμμορία» του αείμνηστου Νίκου Νικολαϊδη. Ακολούθησε το «Λούφα Και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη και πολλά ακόμα αλλά θα αναφέρω μόνον όσα σχολίασε έντονα ο ίδιος.

Ανακάλυψα ότι είχες συμμετοχή σε μια και μοναδική βιντεοταινία το 1987, το «Εδώ ο Κόσμος Χάνεται». Τάκης Σπυριδάκης: Πού το βρήκες αυτό; Το αποσιωπώ με χίλια! Το 1988 συμμετοχή στην τηλεοπτική σειρά «Δεύτερη Πνοή» του Σερντάρη. Τ. Σ.: Αστυνομικές ιστορίες ήταν, άστο αυτό. Φαντάσου ότι μετά από αυτό η (Κατερίνα) Ραζέλου εγκατέλειψε το επάγγελμα... Γιατί; Τ. Σ.: Ε, άμα πέσεις σε κάφρο...άστο σου λέω. Καλά, δεν επιμένω. Τ. Σ.: Καλές σειρές εκείνης της περιόδου ήταν τα «Τα Καλύτερά Τους Χρόνια» το 1989, «Ξενοδοχείο Αμόρε» την ίδια χρονιά και το 1987 το «Έμμονες Ιδέες» του Θόδωρου Μαραγκού. Στο «Δούρειος Ίππος» (σειρά του ΑΝΤ1, 2000) είχες φιλική συμμετοχή. Τ. Σ.: Αυτό δεν ήταν φιλική συμμετοχή, ήταν...δραματική συμμετοχή!
 Στην φιλμογραφία σου υπάρχουν μεγάλα κενά, τί έκανες τότε; Τ. Σ.: Ήταν η ροή των πραγμάτων τέτοια που δεν με ενδιέφερε. Στα κενά που υπάρχουν έκανα λίγη τηλεόραση. Στο επάγγελμά μου πρέπει να το αποφασίσεις, ή θα είσαι μεροκαματιάρης ή θα είσαι καλλιτέχνης. Δεν γούσταρα να επικαλούμαι «έχω παιδιά, έχω οικογένεια, πρέπει να ζήσω», αυτά για έναν καλλιτέχνη είναι προσχήματα και μπούρδες. Τελικά παίζοντας στην τηλεόραση μπήκε για εμένα το εξής ζήτημα...Ξόδευα περισσότερα χρήματα στο να ξεχάσω τί έκανα από όσα έπαιρνα! Έπρεπε δηλαδή να μπει γιατρός στην μέση για να επανέλθω. Τώρα τα λέω χαριτολογώντας αλλά τότε δεν ήταν έτσι. Δεν με γέμιζε η τηλεόραση, θα το πω ξεκάθαρα γιατί δεν μασάω τα λόγια μου, έπαιζα με κάτι τύπους που τους σιχαίνομαι, δεν μου έβγαινε. Έβγαλα κάποια χρήματα για να επιβιώσω αλλά ένιωθα σα να πούλαγα μαλλί της γριάς. Δεν κατηγορώ αυτούς τους ανθρώπους, την δουλειά τους κάνουν, απλά είμαστε από άλλο κόσμο, κάνουμε άλλη δουλειά. Ειδικά στην τηλεόραση το σύνολο των ανθρώπων είναι με ημερομηνία λήξεως. Οι σειρές που σου είπα προηγουμένως είχαν κινηματογραφική λογική, είχαν ανθρώπους γεμάτους όρεξη και κέφι που ήξεραν να κάνουν τη δουλειά τους. Το πώς ζούσα βέβαια είναι ένα ζήτημα αλλά αφού ζω ακόμα σημαίνει κάτι. Είναι σημαντικό να ζεις με ακέραια την αξιοπρέπειά σου... Τηλεόραση να υποθέσω ότι δεν βλέπεις... Τ. Σ.: Ειδήσεις και κάνα ποδόσφαιρο, «Εξάντας» και μια καταπληκτική εκπομπή μου προβάλει η ΕΤ3 για επιστημονικά θέματα, θεωρία του χάους και τέτοια πράγματα. Με ενδιαφέρουν πολύ οι επιστήμες, τέχνες και επιστήμη είναι πολύ κοντά. Ξέρεις τί είπε ένας μεγάλος Ιάπωνας μαθηματικός όταν του ζήτησαν να σχολιάσει τον μικρόκοσμο; «Κανείς δεν ξέρει πόσοι άγγελοι μπορούν να χορεύουν στο κεφάλι μιας καρφίτσας», αυτό θα μπορούσε να το έχει πει ένας ποιητής, κατάλαβες τι θέλω να πω; Έχουμε σκηνοθέτες οι οποίοι είναι κολλημένοι σε δόγματα. Επειδή αυτά τα πράγματα δεν διδάσκονται καλό είναι να έχουμε τα μάτια και τα αυτιά μας ανοικτά. Μιας και αναφερθήκαμε στην τέχνη σπούδασες στο Εθνικό Θέατρο, σωστά; Τ. Σ.: Σωστά. Πριν τις σπουδές σου ποια ήταν η ζωή σου; Τ. Σ.: Αυτό μου το έμαθε η οκτάχρονη κόρη μου, δεν υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από έναν ηθοποιό που εξηγεί το έργο του. Εγώ ξεκίνησα από την Αίγινα, εκεί έβγαλα ένα σκληρό δημοτικό, το έλεγχαν παπάδες. Ήταν και χούντα τότε και έπαιζε κι αυτό ρόλο. Μιλάμε για πολύ βία, πολύ ξύλο, ειδικά σε παιδιά με ιδιομορφίες όπως εγώ. Ήμουν εξαίρετος μαθητής αλλά ποτέ δεν πήγαινα με βιβλία στο σχολείο. Μετά για το γυμνάσιο ήρθα στον Πειραιά, στο σπίτι της γιαγιάς μου. Αποφάσισα να ξεκουραστώ έναν χρόνο και να αποφασίσω τί θα γίνω όταν μεγαλώσω. Γράφτηκα σε ένα ωδείο και κατάλαβα ότι δεν είναι όλα μαύρα στη ζωή. Υπάρχουν διέξοδοι στην ζωή και ιδιαίτερα στην τέχνη. Αποφάσισα λοιπόν να ασχοληθώ με την σκηνοθεσία. Κοίταξα για σχολές σε Ελλάδα και εξωτερικό αλλά αυτό που έκανα πραγματικά ήταν να βλέπω πέντε ταινίες την ημέρα. Δεν μπορούσα να φύγω στο εξωτερικό για οικονομικούς λόγους και οι ντόπιες σχολές ήταν για να πάρεις αναβολή από τον στρατό. Είδα ότι οι πιο σοβαρές σχολές ήταν οι δραματικές και αποφάσισα να πάω εκεί (αφού το σκέφτηκα κάνα χρόνο ακόμαι). Και αμέσως μετά τη σχολή ξεκίνησες στο «Γλυκιά Συμμορία» όπου και βραβεύτηκες στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και κατευθείαν καταξιώθηκες ως ηθοποιός. Τ. Σ.: Ο Νικολαΐδης με αυτή την ταινία έκανε μπαμ. Αμέσως μετά μου την έπεσε για δουλειά όλος ο κινηματογραφικός κόσμος. Αλλά δεν ήθελα να παίξω σε παρεμφερή ταινία ή ρόλο. Γι' αυτό και επέλεξα να παίξω τον Μπαλούρδο στο «Λούφα Και Παραλλαγή». Ο Μπαλούρδος είναι ο κάφρος που δεν τον γουστάρει κανείς. Για την ερμηνεία του Μπαλούρδου υπήρχε ένας μεγάλος κίνδυνος, του νατουραλισμού. Έτσι επέλεξα να μην κάνω κωμικό παίξιμο ενώ ήταν κωμωδία. Παλαιότερα είχες συμμετοχές σε πολλές μικρού μήκους και ξανά εφέτος συμμετείχες σε μία. Τ. Σ.: Ναι, είναι αλήθεια. Μου αρέσουν οι μικρού μήκους, τις αγαπάω πολύ. Τότε πώς και απείχες από αυτές για τόσο καιρό; Τ. Σ.: Δεν έτυχε να μου προτείνει κανείς. Εμένα είναι ευχαρίστησή μου να γίνω εργαλείο, να βοηθήσω έναν άνθρωπο στη δουλειά του, ειδικά εάν είναι νέος και θέλει να πειραματιστεί. Πιστεύω στους νέους ανθρώπους. Μόνον από αυτούς μπορεί να προκύψει κάτι καινούριο και το έχουμε ανάγκη. Έχω ξεχωρίσει τρεις προσωπικότητες με τις οποίες δούλεψες στενά, τον Νικολαΐδη, τον Περάκη και τον Μουρίκη. Πες μου μια κουβέντα για τον καθένα. Τ. Σ.: Ο Νικολαϊδης ήταν εξαίσιος σκηνοθέτης, ο καλύτερος. Ο Περάκης είναι άλλου είδους πράγμα, κατέχει τα μέσα του και την κουλτούρα του. Μου κάνει εντύπωση πως ένας άνθρωπος που δεν γελάει ποτέ κάνει κωμωδίες. Γελάει μια φορά τον μήνα και κατόπιν συμφωνίας (γέλια). Είναι συγκροτημένος και σαφής όμως κι ας τον λένε «Γερμανό». Με τον Μουρίκη κάναμε μαζί την πρώτη μου ταινία ως σκηνοθέτης και την πρώτη του ταινία ως ηθοποιός. Πήγε πολύ καλά, ήταν το διαβατήριο του για να γίνει μετά ο Μουρίκης που ξέρουμε σήμερα. Η συνεργασία μας πήγε πολύ καλά, ήταν πολύ συνεπής. Μετά χαθήκαμε, μας φώναξε πέρυσι ο Μαραγκός και παίξαμε μαζί στο «Ισοβίτες». Όταν μου πρότεινε τον ρόλο ο Μαραγκός δέχτηκα «εν λευκώ» όταν μου είπε ότι θα παίξει και ο Μουρίκης, το καλό ήταν ότι δεν χρειάστηκε να περάσουμε μια περίοδο εξοικείωσης, γνωριζόμασταν καλά.
 Η ταινία αυτή ήταν από τις καλύτερες ταινίες που είδα στο φεστιβάλ και την ίδια άποψη είχε και ο κόσμος. Πες μου για αυτήν... Τ. Σ.: Σε ευχαριστώ που μιλάς με τόσο καλά λόγια για την ταινία, εγώ θα είμαι λίγο πιο μαλακός στους χαρακτηρισμούς μου, είναι δύσκολο όταν παίζεις σε μια ταινία να μιλάς με καλά λόγια για τον εαυτό σου. Να έχεις υπόψη σου ότι όταν γυρίζω μια ταινία το μεγαλύτερο μέρος της το χάνω. Δεν αντέχω να με βλέπω (γέλια πάλι). Η ταινία είχε σοβαρό σενάριο, η παραγωγή δυστυχώς δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα και φαίνεται αυτό πολύ στο πρώτο μέρος της ταινίας. Υπάρχουν σημεία που δεν γυρίστηκαν όπως τα θέλαμε. Ωστόσο ο Μαραγκός είναι καλός καλλιτέχνης και δεν φάνηκαν πολύ στο πανί. Κατάφερε και κράτησε σε καλή κατάσταση τους ηθοποιούς του και αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο. Ο Μαραγκός έκανε μια ταινία με κινηματογραφικούς ρόλους, μακριά από την τηλεόραση. Μου είχες πει σε μια προηγούμενη συνάντησή μας ότι τον Μαραγκό τον πολέμησαν στο φεστιβάλ. Τ. Σ.: Τον πολέμησαν Γιώργο και δεν ήταν ο μόνος. Το φεστιβάλ κάνει ένα σφάλμα και επηρεάζει ειδικά τους νέους καλλιτέχνες. Μαζεύονται πενήντα σοφοί που διαβάζουν ή δεν διαβάζουν ή εκ του πονηρού διαβάζουν τις ταινίες και βραβεύουν με άλλα κριτήρια, αυτή η τακτική οδηγεί το ελληνικό σινεμά με μαθηματική ακρίβεια στο σκοτεινό του παρελθόν. Για το φεστιβάλ πάλι πέρυσι φάνηκε ότι οι εργατοπατέρες, οι συνδικαλοπατέρες που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στην τέχνη αλλά υπάρχουν, είναι αυτοί που επέδειξαν μια απόρριψη. Από τις ταινίες που βραβεύτηκαν, ξέχωρα από το «Ισοβίτες», υπήρχαν ηθοποιοί για τον δεύτερο ανδρικό ρόλο οι οποίοι έδιναν ρέστα, νέοι άνθρωποι που δεν επιβραβεύθηκαν. Το βραβείο το πήρε ένας ασήμαντος ρόλος γιατί έτσι ήθελαν αυτοί. Του πρώτου ανδρικού ρόλου - δεν λέω γιατί δεν το πήρα εγώ ή ο Μουρίκης - μπορούσε να το πάρει ο Σακελλαρίου, όχι ένας τύπος που τρώει στραγάλια και κάνει ότι παίζει. Το ελληνικό σινεμά έχει μέλλον; Τ. Σ.: Είμαι λίγο απογοητευμένος. Πιστεύω ότι από θεματολογία, γραφή και ήρωες χάνει. Υπάρχουν εκλάμψεις αλλά τους κόβουν τα πόδια. Έχω την εντύπωση ότι αυτό που λέγεται δημοκρατία έχει δημιουργήσει και τους ανάλογους μηχανισμούς από πίσω του έτσι ώστε αν πεις κάτι εκτός συρμού απευθείας να πέσουν να σου ράψουν το στόμα. Το έχω υποστεί κι εγώ ο ίδιος με το «Ο Κήπος Του Θεού», μια ταινία με επτά βραβεία, διακρίσεις στο εξωτερικό και να μην της δίνουν αίθουσα να προβληθεί, δεν έδιναν στο κοινό πρόσβαση σε αυτή. Αλήθεια έχεις σκοπό να σκηνοθετήσεις ξανά; Τ. Σ.: Ναι, βέβαια. Ετοιμάζω τώρα μια ταινία, αυτή την εποχή τελειώνω το σενάριο. Ευτυχώς έχει βρεθεί και το budget, είμαστε σε πολύ καλή φάση. Τίτλος υπάρχει; Από καστ τί έχεις σκεφτεί; Τ. Σ.: Για τίτλο δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα αλλά έχει τίτλο εργασίας: «I Have A Dream», η περίφημη φράση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Καστ δεν έχουμε σκεφτεί ακόμα... Πες μου δυο λόγια για τον Λοχαγό, τον χαρακτήρα που υποδύεσαι στους «Ισοβίτες». Είσαι ο Λοχαγός; Τ. Σ.: Έχω πολλά κοινά στοιχεία με τον Λοχαγό...Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος συμμετέχει ενεργά στην ζωή και ζει εκτός γραφείων. Αυτό που με συνδέει κυρίως με τον Λοχαγό είναι η τάση του να κριτικάρει τα πάντα. Είναι ένα πολύ λεπτό σημείο, δεν το έχω εγώ σαν άτομο, η στείρα κριτική δεν νομίζω ότι βγάζει κάπου. Το πρόβλημα της σύγχρονης αριστεράς άλλωστε είναι αυτό, σχολιάζει και κριτικάρει τα πάντα αλλά δεν έχει πρόταση. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο κατάρρευσε η αριστερά, δεν έχει να αντιπροτείνει κάτι, φτάνει σε σημείο να κριτικάρει την νεολαία. Δημιούργησε υπαλλήλους...Αν δεν έχεις πρόταση πέφτεις σε ένα φαύλο κύκλο που δεν σε βγάζει πουθενά. Αν λοιπόν δεν μπορούμε να κάνουμε μια πρόταση τουλάχιστον ας θέσουμε ένα ερώτημα. Τον Πάνο (ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Μουρίκης) και τον Λοχαγό στην ταινία τους συνδέει μια γυναίκα κι όπως λέει μια άλλη ελληνική ταινία «γυναίκα μπορεί να σε κατέστρεψε αλλά γυναίκα θα σε σώσει». Τ. Σ.: Βέβαια, βέβαια, άσε Γιώργο...άστο αυτό. Εγώ είμαι και είκοσι χρόνια παντρεμένος (γέλια). Κατάρα! Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτές, γαμώ το κέρατό μου, γαμώ! Και κάπως έτσι δώσαμε τέλος στην ολίγον περιπετειώδη συνάντησή μας που εμείς - για τους δικούς μας λόγους - ονομάσαμε συνέντευξη. Τελειώσαμε το ποτό μας σχολιάζοντας λίγο ακόμη την ελληνική πραγματικότητα και χαιρετηθήκαμε με την υπόσχεσή να έχουμε άλλο ένα τέτοιο ραντεβού μόλις ετοιμαστεί η νέα ταινία του Τάκη Σπυριδάκη.

|