
Ο Τζορτζ Σμάιλι, πρώην υπάλληλος της υπηρεσίας πληροφοριών, αναλαμβάνει να ξετρυπώσει έναν “Τυφλοπόντικα” που έχει φωλιάσει στα ανώτερα κλιμάκια της βρετανικής αντικατασκοπείας και πουλάει μυστικά στη Σοβιετική Ένωση. Για να τον ανακαλύψει, ο Σμάιλι αρχίζει ένα δύσκολο σκακιστικό παιχνίδι με τον Κάρλα, τον Σοβιετικό ομόλογό του. Κινήσεις που στην αρχή φαντάζουν ασύνδετες μεταξύ τους, στο τέλος θα συγκλίνουν και θα αποκαλύψουν την ταυτότητα του “Τυφλοπόντικα”. Κι όλα αυτά σ’ έναν αμείλικτο ψυχρό πόλεμο, όπου δεν υπάρχουν καλοί και κακοί.
Το 2008, ο Τόμας Άλφρεντσον έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, με το Άσε το Κακό να Μπει, μια ταινία που βαφτιζόταν και από τους μη έχοντες την παραμικρή σχέση με σινεμά, ως ταινία δημιουργού. Αυτό που τότε ξεκινούσε από τη βαμπιρική ιστορία, την ιστορία δηλαδή τρόμου και γραφικού θεάματος, αναλυόταν στη βάση της προβληματικής του και την πηγή του τρόμου πολύ πριν το κινηματογραφικό genre. Ο φόβος της αιώνιας ζωής, γιγαντωνόταν στον απόλυτο τρόμο της μοναξιάς, σε έναν κόσμο όπου οι πάντες είναι προορισμένοι να πεθαίνουν, να εγκαταλείπουν τη ζωή: τη δική τους αλλά και των γύρω, όσων δηλαδή ορίζουν αυτήν ως σύνολο σχέσεων. Μπορεί άνετα κάποιος να καλύψει τη μεγάλη ανάγκη του για ανακούφιση διατηρώντας σχέσεις με το χαμένο παρελθόν, η πραγματικότητα όμως χτυπά κατά κύματα χαμένων σχέσεων, που λήγουν με το θάνατο. Έτσι, η βάση του τρόμου στο βαμπιρικό μύθο, η κατάρα δηλαδή να μένεις μόνος, είχε βρει τον απόλυτο εμπνευστή της, πίσω από την εικαστική τελειότητα της τέχνης των τεχνών. Η αισθητική λεπτοδουλειά που μαεστρικά οδηγούσε ο Σουηδός είχε την άρτια έκφραση. Μουσική, οπτική, ερμηνευτική.
Με την ιδανική αφορμή του πιο διάσημου βιβλίου του σπουδαίου Τζον Λε Καρέ, ο ταλαντούχος Τόμας Άλφρεντσον (μέρος της οξυδέρκειας του οποίου μας είχε αποκαλύψει ο ίδιος, όταν στο τότε φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σήκωνε τους ώμους στις ερωτήσεις του κόσμου λέγοντας "εγώ ξέρω να κάνω μόνο κωμωδίες"), παραδίνει την ανάπτυξη της κατασκοπικής πλοκής στην αδικοχαμένη Μπρίτζετ Ο'Κόνορ που κεντάει ένα πραγματικό χάος, με μοναδικό σκοπό να υπονομεύσει την αστυνομική ίντριγκα. Η σκηνοθετική τρικλοποδιά ρίχνει στο καναβάτσο το πιστολίδι, το πολιτικό κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, το ανθρωποκυνηγητό και πρωταγωνιστεί την αξία, τη χαμένη αξία σε έναν κόσμο μάταιο (δίχως τίποτα να ελέγχεται από τον εαυτό μας), έναν κόσμο που βασιλεύει η μοναξιά - και η προδοσία.
Η προδοσία σαν κορύφωση ενός τελετουργικού, μυσταγωγικού κινηματογραφικού ταξιδιού παράδοσης, αλλά όχι παραίτησης, που καρφώνεται στο μυαλό ακόμα και των αμύητων ως στιλιστική αποθέωση. Ξέρετε, από εκείνες που μας έκαναν να αφιερώσουμε τη ζωή μας στο σινεμά.
Η κομψοτεχνημένη ερμηνεία του Γκάρι Όλντμαν, πίσω από το εκφραστικό "τίποτα" και την καταπίεση, ευτυχώς, έπεσε στην αντίληψη της Ακαδημίας που μάλλον έχει πλέον μάθει πως οφείλει να εντυπωσιάζεται με την εσωτερικότητα μεθοδικών ηθοποιών που, εδώ και χρόνια, δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν.
Προσθήκη νέου σχολίου