
Ο φόβος, αδελφικό συναίσθημα του τρόμου, έχει να κάνει με την αίσθηση της απειλής. Δίχως την απειλή απέναντι στο ανυπεράσπιστο σώμα μας, το αρχέγονο συναίσθημα του φόβου χάνει τη δυναμική του, γίνεται απλή ανησυχία. Στην αντίθετη πλευρά, και με την παραδοχή ότι κάθε φόβος έχει ως βάση και αναφορά το θάνατο, απέναντι σε μια απειλή της οποίας η πραγματικότητα δεν αξιολογείται, η συνειδητή σκέψη χάνεται στην πρωτογενή αντίδραση, συνήθως αυτήν που βυθίζει τα άκρα στο κέντρο του σώματός μας, και ο φόβος γίνεται τρόμος, συνεχής, ανελέητος, εσωτερικός.
Γέννημα θρέμμα της λογοτεχνίας του φανταστικού, αλλά και αδιάκοπος πρωταγωνιστής της λαϊκής παράδοσης, το φάντασμα παραμένει μια σταθερή αξία τρόμου φυσικά γιατί προέρχεται από έναν κόσμο που κανείς δεν έχει καταφέρει να δει (και το άγνωστο είναι ο εφιάλτης της ψυχικής ισορροπίας), αλλά κυρίως γιατί συνδέεται άμεσα με τη βάση του φόβου, το θάνατο. Ορίζεται από το θάνατο, επιστρέφει από αυτόν και απειλεί με αυτόν. Είναι ένα στοιχειό που ταλαιπωρείται ανάμεσα σε δυο κόσμους, γιατί του στερήθηκε ένα ήσυχο αντίο από τη ζωή, γιατί πνίγεται από την αδικία και, σύμφωνα με το μύθο, το μόνο που ζητά είναι να γυρίσει το χρόνο πίσω, κάτι που για τον άνθρωπο είναι αδιανόητο, ένα πνεύμα όμως το απαιτεί για να ησυχάσει αιώνια.
Με την επιστροφή της, μετά από δεκαετίες απουσίας, η θρυλική Hammer Films φέρνει τον παραδοσιακό τρόμο στο σπίτι του, κυριολεκτώντας στην ιστορία μιας στοιχειωμένης έπαυλης σε ένα αγγλικό χωριό, όπου ο νεαρός δικηγόρος Άρθουρ Κιπς βυθίζεται ερευνώντας την απροθυμία της ιδιοκτησίας της από σχεδόν όλους τους κατοίκους. Παραδίδει το κλειδί του ευρωπαϊκού της τρόμου σε ένα ταλέντο του είδους με μικρό βιογραφικό και κλείνει το μάτι στα ταμεία με το μαθητευόμενο μάγο του Χόγκουαρτς να οφείλει πλέον να χρησιμοποιήσει τα “μαγικά” του για να ξεφύγει από τον ασφυκτικό του ρόλο στο πολυετές franchise και να πείσει μέχρι το κόκαλο μιας ιστορίας της οποίας τα θεμέλια πατούν πάνω σε αναπόφευκτα κλισέ. Κι όμως, όπως ακριβώς η διασκευή του βιβλίου της Σούζαν Χιλ είναι μία εκ των μακροβιότερων παραστάσεων στη θεατρική “Μέκκα” του Λονδίνου, έτσι και το φιλμ του Γουότκινς ανατρέπει τη σωρεία των κλισέ του με μια εφιαλτική ατμόσφαιρα στημένη με βιρτουοζιτέ λες και πολυετούς εμπειρίας που δε διστάζει να μοιράσει ανορθόδοξα για το μέσο θεατή τα 95 της λεπτά, σε σκηνές δηλαδή που χτίζονται με υπομονή πριν επιτεθούν. Η φροντίδα στα επιμέρους (η χρωματική παλέτα που ξεφεύγει από τη βαρετή μονοχρωμία και δίνει τόνο εξπρεσιονιστικό -το μαύρο συνοδεύουν το μωβ του θανάτου, το σκούρο πορφυρό του αίματος, το πράσινο της μούχλας- και η εφιαλτική ηχητική μπάντα που μοιάζει να επιτίθεται με λυγμούς), κρύβουν ακόμη πιο αποτελεσματικά το “κακό” στις γωνιές των κάδρων, εκεί δηλαδή που το ανήσυχο μάτι ψάχνει την απειλή του φόβου με το καταστροφικό timing της επίθεσης να το μετατρέπει σε πραγματικό, λυτρωτικό τρόμο. Welcome back.
Προσθήκη νέου σχολίου