
Σε αυτό το καρουζέλ του έρωτα, ο σύγχρονος θεατής θα δοκιμάσει την προσαρμοστικότητά του σε μια εποχή έκδηλα παλιομοδίτικη. Βλέπετε, ο ρομαντισμός της Βιέννης του 19ου αιώνα μοιάζει απελπιστικά μακρινός στις δύσκολες και κυνικές μέρες μας. Αν οι παθιασμένες αισθηματικές περιπέτειες των ηρώων, όμως, μοιάζουν χιλιοειπωμένες, δε συμβαίνει το ίδιο και με τον τρόπο με τον οποίο ο Max Ophüls διαλέγει να τις αφηγηθεί. Ο σκηνοθέτης με το δαντελένιο άγγιγμα, χωρίς τον οποίο η κίνηση της κάμερας στο σινεμά θα ήταν ακόμα σε πρωτόγονα επίπεδα (ρωτήστε και τον Scorsese για του λόγου το αληθές), μετατρέπει το φιλμ σε μια αριστοτεχνική άσκηση ύφους με βαθιές προεκτάσεις.
Πάρτε για παράδειγμα την εναρκτήρια σεκάνς. Ένα πεντάλεπτο μονοπλάνο, ένα μοναδικό τράβελινγκ μέσα σε σκηνικά που δεν ντρέπονται για την κατασκευασμένη τους φύση, μας οδηγεί στη γνωριμία μας με τον παντογνώστη αφηγητή. Θα μπορούσε να είναι ο θεός έρωτας που σκανδαλωδώς διασκεδάζει με τα βάσανα των κοινών θνητών. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα εκπληκτικό εύρημα που, εκτός από μηχανισμός αποστασιοποίησης (δείτε τον να χτυπάει την κλακέτα πριν από ένα επεισόδιο ή να μοντάρει ξεδιάντροπα το φιλμ για να φέρει την ιστορία στα …γούστα του), αποτελεί από μόνο του μια ειρωνική κριτική του Ophüls σε έναν ολόκληρο λογοτεχνικό - αφηγηματικό τρόπο (Ζολά, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ) που πίστευε πως μπορούσε να συλλάβει τον κόσμο σε μια λεία σφαιρικότητα.
Γεμάτο ιδιοφυή οπτικά ευρήματα (όπως ο δείκτης του ρολογιού που πηγαινοέρχεται στο παντρεμένο ζεύγος) κι ανορθόδοξες γωνίες λήψης, το La Ronde είναι πάνω από οτιδήποτε άλλο το ευχάριστο διάλειμμα ενός μεγάλου σκηνοθέτη ανάμεσα σε αριστουργήματα που προηγήθηκαν (Letters from an Unknown Woman, The Reckless Moment) και σε εκείνα που θα ακολουθούσαν (Madame de…, Lola Montes). Και για μας σήμερα, ένα πολύτιμο μάθημα περί του τι εστί γνήσιο κινηματογραφικό στιλ.
Προσθήκη νέου σχολίου