
Άνεργη και ζωντοχήρα, η Stephanie Plum βρίσκει δουλειά στην επιχείρηση του ξάδερφού της που διαθέτει γραφείο εγγυήσεων για αποφυλακίσεις. Η πρώτη της αποστολή θα τη φέρει αντιμέτωπη με έναν καταζητούμενο εγχώριο μπάτσο από το ρομαντικό παρελθόν της.
Eνα από τα βασικά προβλήματα της κινηματογράφησης ενός βιβλίου προκύπτει από το κίνητρο του δημιουργού. Η εν λόγω ταινία είναι το «ζωντανό» παράδειγμα μιας επιλογής που έγινε χάρη στις πωλήσεις του βιβλίου και όχι γιατί ενέπνευσε κατά ένα τρόπο τη σκηνοθέτιδα, αν και, για να πούμε την αλήθεια, αυτό δε θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στην ταινία καθώς θα μπορούσε να σταθεί από μόνη της. Το βασικό πρόβλημα όμως προκύπτει από την πλήρως τυποποιημένη σεναριακή δομή όπου οι πράξεις του ήρωα πρέπει να συνάδουν με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Εδώ όμως, ενώ η Heigl μας παρουσιάζεται ως "ξύπνια", κάνει τη μία χαζομάρα πίσω από την άλλη προκαλώντας σύγχυση και εκνευρισμό. Επιπλέον, η ηρωίδα πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η πλοκή έχει ένα στόχο ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις επιθυμίες ενός άλλου χαρακτήρα του φιλμ και εύλογα υπάρχει σύγκρουση. Η σύγκρουση όμως αυτή αντί να λυθεί στο τέλος, παύει να έχει υπόσταση από πολύ νωρίς με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένα ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ιστορίας. Όσο για τη χημεία ανάμεσα στη Heigl και τον Jason O’Mara (Joe Morelli), απλά αγνοείται – σε τέτοιο βαθμό που ο θεατής προτιμά να δει τη Stephanie να καταλήγει με το συνεργάτη της Ranger (Daniel Sunjata) και να τελειώσει το μαρτύριο πιο γρήγορα (τα 106 λεπτά μοιάζουν με αιώνα).
Βέβαια, η ταινία έχει δύο αλληλοεξαρτώμενες ιστορίες. Εφόσον λοιπόν χάνεται το ενδιαφέρον από τη ρομαντική, η προσοχή επικεντρώνεται στο αστυνομικό κυνήγι του «κακού» ήρωα της υπόθεσης – ακόμα κι εκεί όμως το ενδιαφέρον χάνεται. Δυστυχώς, το μυστήριο που συνεπήρε ορδές ανθρώπων που διάβασαν το ομώνυμο best – seller της Janet Evanovich, 18 χρόνια πριν, δε συνοδεύει και τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. Ακόμα κι όταν η πλοκή φλερτάρει με το αστυνομικό θρίλερ παραθέτοντας σκηνές με αυτοκίνητα να ανατινάσσονται και μια σειρά δολοφονιών, δε θέλεις ούτε να γελάσεις αλλά ούτε και σου κάνει κάποια ιδιαίτερη αίσθηση - το μαύρο χιούμορ (και το χιούμορ γενικά) είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και διόλου "της πλάκας". Από την "πλάκα" πάμε όμως και στη λέξη «flat»: είναι το επίθετο που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη ταινία καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο – ανεκτή στην τηλεόραση, που η Julie Ann Robinson έχει υπηρετήσει στο παρελθόν αλλά όχι και στον κινηματογράφο. Το μεγαλύτερο βάρος λοιπόν πέφτει σε εκείνη διότι σκηνοθέτησε μία ταινία καθαρά για την τηλεόραση γι’ αυτό ίσως να μη πραγματοποιήθηκε και η δημοσιογραφική προβολή της σε πολλές χώρες του εξωτερικού.
Προσθήκη νέου σχολίου