
Ένας καυγάς ανάμεσα σε δύο παιδιά περίπου έντεκα χρονών, σε μια συνοικιακή παιδική χαρά. Πρησμένα χείλη, σπασμένα δόντια... οι γονείς του "θύματος" καλούν τους γονείς του "θύτη" στο σπίτι τους, για να τα βρουν. Τα ευγενικά πειράγματα δίνουν τη θέση τους σε κοφτερά υπονοούμενα, καθώς έρχονται στην επιφάνεια οι γελοίες αντιφάσεις και οι τραγελαφικές προκαταλήψεις των τεσσάρων γονιών. Κανένας από αυτούς δεν θα μπορέσει να ξεφύγει…
Το καινούριο φιλμ του Roman Polanski θυμίζει μουσική δωματίου. Τέσσερις βιρτουόζοι βηματίζουν μεθοδικά προς μια ξέφρενη κλιμάκωση υπό τη σίγουρη καθοδήγηση του μαέστρου. Μακριά από αντίστοιχα εγχειρήματα τύπου Bergman και Allen (όπου η βαρύτερη ατμόσφαιρα έφερε την αύρα του Στρίντμπεργκ και του Τσέχωφ),εδώ τον πρώτο λόγο έχει η ειρωνεία και ο σαρκασμός.
Ένα φαινομενικά μικρό, κι όχι δα τόσο ασυνήθιστο, περιστατικό ξετυλίγει το νήμα μιας καλοστημένης φάρσας που θα ξεμπροστιάσει την υποκρισία των ευκατάστατων, ενήλικων ηρώων μας. Η επιφάνεια καταρρέει, οι μάσκες πέφτουν και ο αληθινός εαυτός αποκαλύπτεται. Η αντίστιξη των γονιών με τα ίδια τα παιδιά τους είναι εύγλωττη. Βλέπετε, εκείνα δεν έχουν αναπτύξει τα τόσο υπερεκτιμημένα κοινωνικά προσωπεία και …απλά χειροδικούν. Αντίθετα, οι ενήλικοι υποκρίνονται μια ωριμότητα, έναν εκπολιτισμό και μία ανωτερότητα στους τρόπους, που όμως υφίστανται μόνο κατ’ όνομα. Και που τελικά καταπιέζουν τον πραγματικό τους εαυτό οδηγώντας τους με μαθηματική ακρίβεια στην υστερία – αρκεί η ελάχιστη σπίθα για να την πυροδοτήσει.
Η αφήγηση εξελίσσεται σχεδόν εξολοκλήρου μέσα σε ένα διαμέρισμα, φέρνοντας στο νου παλαιότερα φιλμ του Πολωνού σκηνοθέτη όπως η Αποστροφή ή ο Ένοικος. Στην πραγματικότητα, όμως, το Carnage προσεγγίζει περισσότερο την προβληματική του Cul-de-Sac (1966) ή του αινιγματικού Che? (1972). Πρόκειται, δηλαδή, για μια κωμωδία - ή παρωδία αν προτιμάτε – των ηθών της αστικής τάξης, τα βέλη της οποίας λαβώνουν πολλαπλούς στόχους: ιδεολογικές προκαταλήψεις, το οικονομικά ευκατάστατο, η καλά προστατευμένη πολιτική ορθότητα, η αποξένωση και τα προβλήματα επικοινωνίας μέσα στο γάμο (η σύνδεση με το «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» είναι αναμενόμενη).
Γυρισμένο σε αληθινό χρόνο και κρατώντας πολύ σοφά τη διάρκεια σε μικρά πλαίσια, ο Polanski εξουδετερώνει κάθε περιορισμό που του θέτουν οι τέσσερις τοίχοι χάρη σε ένα αριστοτεχνικό ντεκουπάζ. Δεν κατορθώνει να διαλύσει πλήρως την εντύπωση της θεατρικότητας, ίσως επειδή η αδυναμία της Nancy και του Alan Cowan να εγκαταλείψουν το διαμέρισμα του ζεύγους Longstreet δεν παρουσιάζεται ως ένα σουρεαλιστικό εύρημα τύπου Εξολοθρευτή Αγγέλου (1962, Luis Bunuel), αλλά προσπαθεί να ενσωματωθεί μέσα στην κριτική για τον έμφυτο στην ιδεολογία (και την ανατροφή;) των δύο ζευγαριών ανταγωνισμό. Κάπου εκεί όμως έρχεται η εξαιρετική πρωταγωνιστική τετράδα για να διαλύσει κάθε ένσταση για το φιλμ - με μπροστάρη τον Christoph Waltz που για μία ακόμα φορά μαγνητίζει με τη λεπτοδουλεμένη ερμηνεία του.
Προσθήκη νέου σχολίου