
Ο Νικ Κάσιντι ήταν ένας τίμιος αστυνομικός. Τώρα βρίσκεται στη φυλακή για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε και αναζητά απεγνωσμένα την πρώτη ευκαιρία για να αποδράσει. Λίγες ώρες αργότερα, στέκεται όρθιος στο περβάζι ενός παραθύρου, φρεσκοξυρισμένος και φορώντας ένα ακριβό κοστούμι, έχοντας από κάτω του την πόλη της Νέας Υόρκης...
Με την εξαίρεση ταινιών που βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου, κλεισμένες αυτιστικά στο δικό τους σύμπαν, (ακόμα και) το ταλαιπωρημένο και κονσερβοποιημένο είδος της χολιγουντιανής περιπέτειας παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον όταν απηχεί τις σύγχρονές του κοινωνικοπολιτικές του εξελίξεις. Αν το σινεμά είναι ένα παράθυρο στο κόσμο, αυτό δεν ισχύει μοναχά στον «σινεφίλ» κινηματογράφο που μας έρχεται από τόπους εξωτικούς. Ισχύει μια χαρά και στην Μέκκα του καπιταλισμού, την υπερδύναμη της Αμερικής, και μάλιστα στις πιο «εμπορικές» εξαγωγές της. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, το κραταιό οικονομικό σύστημα υφίσταται μια εκτεταμένη κρίση που ωθεί μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού να πελαγώνουν σε καθημερινή βάση. Δημιουργείται, συνεπακόλουθα, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα αναβρασμού που αρχίζει ολοένα και περισσότερο να βρίσκει έκφραση σε κάθε μορφή τέχνης, πόσω μάλλον στη λαϊκότερη όλων, το σινεμά.
Πάρτε το Man on a Ledge για παράδειγμα. Μια ανώδυνη σε γενικές γραμμές ταινία δράσης, με πρώτη μούρη τον πρωταγωνιστή του Avatar, γυναίκες – γλάστρες (ισχύει και για την Elizabeth Banks αυτό) και μια σειρά από απιθανότητες που σε στιγμές προσεγγίζουν το γελοίο. Προσέξτε, όμως, πώς το σενάριο μπλέκει τον κεντρικό ήρωα σε μια πραγματική Οδύσσεια εξαιτίας της εργατικής (για τα δεδομένα της Νέας Υόρκης έστω) τάξης του. Αναγκασμένος για λόγους οικονομικούς να έχει και δεύτερη δουλειά εκτός από αυτήν του αστυνομικού, ο Nick Cassidy εργάζεται τα βράδια ως φρουρός συνοδείας για τον μεγαλοεπιχειρηματία, David Englander. Όντας μικρό κι αμελητέο πιόνι μπροστά στα σχέδια της νεόπλουτης αφρόκρεμας, η τελευταία θα τον «θυσιάσει» προκειμένου το κεφάλαιο να γεννήσει περισσότερο κεφάλαιο.
Έτσι απλά, γεννάται το κλασικό πλέον σχήμα του αθώου που ριψοκινδυνεύει την ίδια του τη ζωή για να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Εβδομήντα χρόνια πριν, στις ταινίες του Hitchcock, σε αυτό ακριβώς το σχήμα καθρεφτιζόταν η παράνοια των Παγκόσμιων Πολέμων κι αργότερα το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα, σε μια ταινία σαν το Man on a Ledge, αντανακλάται το αίτημα της πλειοψηφίας για μια πιο δίκαιη (οικονομική) αντιμετώπιση. Ο «κακός» Englander, ερμηνευμένος με μπρίο από τον Ed Harris, ενσαρκώνει τη σκοτεινή πλευρά της επιτυχίας, το διπρόσωπο αμερικανικό όνειρο που κορδώνεται για τα κατορθώματά του την ίδια ώρα που βυθίζεται από τον αδίστακτο χαρακτήρα του.
Το φιλμ του πρωτοεμφανιζόμενου στην μυθοπλασία Asger Leth γίνεται έτσι η πιο «λαϊκά» ψυχαγωγική εκδοχή του πρόσφατου Margin Call. Βέβαια, για να φτάσεις εκεί πρέπει να προβείς σε μια άνευ προηγουμένου αναστολή της δυσπιστίας (το περίφημο suspension of disbelief) για να δεχτείς όσα εξωπραγματικά θα συμβούν μπροστά στα μάτια σου και παράλληλα να δείξεις αρκετές δόσεις γενναιοδωρίας για να υπομένεις τις αλλεπάλληλες (και συχνά ανούσιες) σεναριακές ανατροπές. Ας είναι. Μακάρι όλες οι ταινίες του είδους να ξεκινούσαν με τις ίδιες προθέσεις.
Προσθήκη νέου σχολίου