
Η Μαρθέλα, μια νεαρή κοπέλα που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, μαθαίνει ότι είναι έγκυος και βρίσκει μια δουλειά για το καλοκαίρι: αναλαμβάνει να φροντίσει τον Αμαδόρ, έναν κατάκοιτο ηλικιωμένο άνδρα, του οποίου η οικογένεια δε βρίσκεται στο πλάι του. Ενώ η Μαρθέλα πιστεύει ότι τα προβλήματά της θα λυθούν με το μισθό που παίρνει, ο Αμαδόρ πεθαίνει. Εκείνη θα αναγκαστεί να κρατήσει κρυφό το θάνατό του από όλους, μέχρι να πληρωθεί για να καλύψει το ποσό που έχει ανάγκη.
Από τη μια μεριά το flip side της ανεργίας, από την άλλη η διαβρωτική της επίδραση στον μπερδεμένο κόσμο που αναγκάζεται να εξαρτηθεί από την εργασία του, λες και γεννήθηκε γι’αυτή. Το φάντασμα του καπιταλισμού πλανάται δίχως να απειλεί πάνω από μια μαύρη κωμωδία καταστάσεων που μπορεί να φέρει πικρά χαμόγελα σε όσους τη δουν από απόσταση. Η οικονομική μετανάστευση, φενάκη μιας καλύτερης (ή μιας λιγότερο άσχημης) ζωής για τα χαμηλότερα των στρωμάτων, έχει κάνει τον άνθρωπο σκληρό, άτρωτο μπροστά στην όψη του θανάτου, λιγότερο άτρωτο μπροστά στη σκέψη του δικού του βέβαια. Αυτό είναι και το σχόλιο που καταφέρνει να διαπεράσει το φιλμ του ικανότατου Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα, που πριν χρόνια μας είχε συστήσει τις Δευτέρες με Λιακάδα, ένα εξαιρετικό δράμα παρόμοιων προβληματισμών. Δεν ήταν φυσικά παρά η ανήλιαγη καθημερινότητα της ανεργίας που αφηγούταν ο Ισπανός, ως ο κανόνας μιας πόλης, μιας χώρας και μιας ηπείρου, έτοιμες να λειτουργήσουν ως σύμβολα του παγκόσμιου χάρτη.
Η Μαρθέλα ανήκει στην μειονότητα των Βολιβιανών της Ισπανίας, χάριν ευκολίας που θα κραύγαζε αν με τη σειρά τους εκείνη και ο σύζυγός της δεν εκμεταλλεύονταν μειονότητες εντονότερης εξαθλίωσης, στήνοντας μια δουλεμπορική επιχείρηση και πουλώντας κλεμμένα λουλούδια. Η αποξένωση βέβαια έχει το πάνω χέρι ακόμα και σε μια κοινότητα που μοιάζει ισχυρά δεμένη και έτοιμη να καταπολεμήσει την ανέχεια και εκείνο που τελικά μένει είναι ένα πορτρέτο μοναξιάς και απόγνωσης που φοβάται τον εαυτό του και γεμίζει με κωμικά ιντερλούδια (μια σκηνή παρεξηγημένης εξομολόγησης μπλέκει την κυριολεξία με τη μεταφορά μακριά από τα κλισέ και οι... Πέμπτες με λιακάδα, όταν δηλαδή μια πόρνη επισκεπτόταν τον Αρανόα εβδομαδιαία, γίνονται μετά το θάνατό του μια αλληλουχία σπαρταριστών συζητήσεων ανάμεσα στις δύο γυναίκες). Κι αν ο Θεός έφτιαξε τα σύννεφα, όπως λέει η λαϊκή ρήση της χώρας, για να κρύβεται όταν αισθάνεται από ντροπή, ο Αρανόα αναρωτιέται μέχρι το φινάλε για το αν κρύβεται για το εξαρχής δημιούργημά του ή για την πορεία του στη μονίμως συννεφιασμένη εποχή της υλικής αποθέωσης.
Προσθήκη νέου σχολίου