
Μερικές φορές βλέπω ταινίες σαν τους πρώτους Πειρατές της Καραϊβικής και σκέφτομαι ότι μόνο ένα παιδί θα μπορούσε να γράψει μια σωστή κριτική για τη ταινία. Θυμάμαι και το δικό μου βλέμμα στο Πειραιώτικο «Σινεάκ» που εκείνα τα χρόνια έπαιζε μονάχα παιδικές ταινίες με το συμβολικό αντίτιμο ενός εικοσάδραχμου: κάθε τι που προβαλλόταν στη μεγάλη οθόνη γινόταν αμέσως φαντασίωση – και όταν συνέβαινε το αντίθετο (και αυτό συμβαίνει συχνά στους λιλιπούτειους «σινεφίλ»), πετούσες στους ουρανούς. Τέλος πάντων, αφαιρέθηκα. Και όλα αυτά με αφορμή το πρώτο φιλμ της σειράς.
Γιατί η συνέχεια δεν ήταν και τόσο ευχάριστη. Γέμισαν βλέπετε τα ταμεία και πήρε μπρος η μηχανή που ακούσει στο όνομα Τζέρι Μπρουκχάιμερ. Φυσικά και δεν έχει καμία – απολύτως – σημασία το ποιος κάθεται στη καρέκλα του σκηνοθέτη. Το ότι δηλαδή έφυγε ο (εξαίρετος στις προσωπικές στιγμές του) Γκορ Βερμπίνσκι και στρογγυλοκάθισε ο Ρομπ Μάρσαλ δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί. Η ταινία φέρει μονάχα μια υπογραφή. Άντε δύο. Είναι και ο Τζόνι Ντεπ που, όσο κυνικά κι αν το δούμε, συνεισφέρει πολύ στο καθαρό κομμάτι της κινηματογραφικής μας απόλαυσης: κάνει θαύματα με το ρόλο. Ο Τζακ Σπάροου, μοναδικό χαρμάνι Wille E. Coyote και Κιθ Ρίτσαρντς (που κάνει κι εδώ ένα πέρασμα - όπως και η Τζούντι Ντεντς στη δυναμική εισαγωγή του φιλμ), θα μπορούσε να ήταν, σχεδόν από μόνος του, αρκετός για να μας κρατήσει στις αίθουσες. Όταν όμως έχεις να κάνεις με εισπράξεις δισεκατομμυρίων, υποχρεωτικά, πρέπει να προσθέσεις έξτρα καρύκευμα. Και ως τέτοια αντιμετωπίζονται εδώ και η Πενέλοπε Κρουθ, και το 3D, και ο Ίαν Μακ Σέιν (που κάνει ότι μπορεί με έναν φτωχά γραμμένο χαρακτήρα) και τα ψηφιακά εφέ – με μοναδική εξαίρεση τη Γοργόνα που αποτελεί πραγματικό έργο ψηφιακής τέχνης.
Το πρόβλημα με αυτή την τρίτη κατά σειρά συνέχεια όμως δεν είναι ότι τίποτα πλέον δεν προκαλεί τον εντυπωσιασμό, ούτε το ότι τίποτα δεν ξεθολώνει την – ούτως η άλλως – μπερδεμένη πλοκή. Είναι ότι, βλέποντας το, δεν ήμουνα πλέον ένα παιδί μασκαρεμένος σε ενήλικα. Αλλά ένας ενήλικας που ψιλοβαριέται. Όπως βαριέμαι σε κάθε ουδέτερη μπλοκμπαστεριά. Να με συμπαθούν αυτοί που ετοιμάζονται να αρχίσουν το μπινελίκι (το «κουλτουριάρης» φαντάζομαι θα πάει ‘σύννεφο’ στα σχόλια), αλλά, κι εγώ, δε ζητώ πολλά από το Χόλιγουντ. Μονάχα λίγη μαγεία παραπάνω.
Προσθήκη νέου σχολίου