
Βλέποντας το Φιλίες Και Έρωτες, θυμήθηκα τη «χρυσή» εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, τις φάρσες του δηλαδή που γυριζόντουσαν με το κιλό κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 60. Ταινίες σαν το «Ο Γρηγόρης και ο Σταμάτης» δηλαδή, όπου οι χαρακτήρες είχαν ήδη σκιαγραφηθεί από… τον τίτλο. Έτσι, απλά, απλούστατα και, κυρίως, «γηπεδικά» για να μην μπερδεύεται ο κόσμος. Για να λέμε όμως και του στραβού το δίκιο, αυτές οι ταινίες είχαν τουλάχιστον κάτι που οι τωρινές, αναλόγου δραματικής στρατηγικής αλλά made-in-USA δε διαθέτουν: συμπαθητικούς χαρακτήρες! Εδώ, ειδικά την Κέιτ Χάντσον, θέλεις να την πνίξεις στο τέταρτο.
Και η καημένη κάνει ότι μπορεί για να προσδώσει στον χαρακτήρα της αντιπαθέστατης Ντάρσι, μια τρίτη διάσταση που απλά δεν υπάρχει. Τουλάχιστον, θα μου πείτε, δεν είναι βαρετή. Γιατί το κεντρικό (παράνομο) ζευγάρι των Γκινιφίαρ Γκόντγουιν και Κόλιν Έγκλεσφιλντ είναι τόσο άχρωμο και άοσμο (σαν ευγενές αέριο που έλεγε κι ο Ραφαϊλήδης) που το μόνο που σου μένει είναι να ελπίζεις σε κάποια, έστω σικέ ανατροπή, από αυτές που το Χόλιγουντ σερβίρει μια στο τόσο για κατεβαίνει καλύτερα το χάπι. Εδώ, τον ρόλο αυτό επωμίζεται ο Τζον Κραζίνσκι του The Office που, ουσιαστικά, μεταφέρει στο Φιλίες Και Έρωτες την ίδια περσόνα, μπας και βγάλει λίγο γέλιο. Όμως, ξέρετε, αν ρίξεις σε ένα βαρέλι με ακαθαρσίες ένα ποτήρι κρασί, θα εξακολουθείς να έχεις ένα βαρέλι με ακαθαρσίες.
Όσο για το στόρι, έχουμε δυο γυναίκες, (η μια «τρελιάρα», η άλλη «σεμνή και ταπεινή») και έναν άντρα. Η σεμνή γουστάρει τον άντρα αλλά επειδή έχει χιλιόμετρα ψυχής να διαθέσει, τον κάνει πάσα στη τρελιάρα φίλη, η οποία τον αρραβωνιάζεται. Το ότι η συνέχεια είναι προβλέψιμη θα μπορούσε να μην είναι και τόσο μεγάλο πρόβλημα (λίγα πράγματα ΔΕΝ είναι προβλέψιμα στις ταινίες του είδους) αλλά το να μη μου καίγεται καρφί για το επί της οθόνης ζεύγος δεν είναι θέμα ιδιωματικών συμβάσεων.
Μόνο κακού σινεμά.
Προσθήκη νέου σχολίου