
Η λέξη «σκλάβος» πρωτοεμφανίστηκε σε επίσημα αμερικανικά έγγραφα το έτος 1656. Πριν από αυτό, η πρώτη καταγεγραμμένη «πώληση» ανθρώπινου φορτίου (προερχόμενου από την Αφρική) χρονολογείται το 1619. H Σάρα Μπάρτμαν γεννήθηκε πολύ αργότερα, το έτος 1770, στη Νότια Αφρική, και πέθανε στη Γαλλία το 1815. Στα χρόνια αυτά, η Σάρα πουλήθηκε από την οικογένεια της ως σκλάβα – την ίδια χρονιά της γέννησης της, γέννησε τρία παιδιά τα οποία πέθαναν, έγινε «freak-ατραξιόν» στο Λονδίνο και στο Παρίσι λόγω της ιδιαίτερης ανατομίας της, οδηγήθηκε στην πορνεία – όταν πέθανε το trend – και πέθανε από έναν θανατηφόρο συνδυασμό πνευμονίας και αφροδισιων νοσημάτων (η σύφιλη ήταν μόνο ένα εξ αυτών).
Το ενδιαφέρον της υπόθεσης (και σε αντίθεση με αυτούς που παραλληλίζουν το φιλμ με τον «Άνθρωπο Ελέφαντα» του Λιντς – οι δυο υπέροχες ταινίες δεν έχουν βαθύτερη σχέση μεταξύ τους, πέραν του ότι ξεκινούν από δυο ιστορίες εκμετάλλευσης) είναι ότι η Μπάρτμαν είχε την ευκαιρία να γλυτώσει: Όταν το 1810 η υπόθεση της έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο, η Μαύρη Αφροδίτη παρουσίασε τον εαυτό της ως performer δηλώνοντας πως δεν είχε κανένα παράπονο από το αφεντικό της (τον Πιετέρ Σεζάρ, έναν έμπορα από το Κέιπ Τάουν) και πως δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στην πατρίδα της. Προερχόταν από τη φυλή των Ότεντότε, φυλή κτηνοτρόφων της Νότιας Αφρικής που «βαφτίστηκαν» έτσι από τους λευκούς αποίκους της περιοχής από την ολλανδική λέξη Huttentut (hottentot στα αγγλικά) — λέξη που, σύμφωνα με τους χρονικογράφους του 17ου αιώνα, χρησιμοποιούσαν οι Ολλανδοί για τους τραυλούς. Έτσι έγινε γνωστή ως “Venus Huttentut”.
Το προσωνύμιο της «Αφροδίτης» δεν ήταν μόνο ειρωνικό: όντως, για τα μέλη της φυλής, οι διευρυμένοι γλουτοί και τα υπερμεγέθη γυναικεία γεννητικά όργανα θεωρούνταν χαρακτηριστικά ιδιαίτερης ομορφιάς και κάλους.
Ο Απντελαντίφ Κεφίς, περισσότερο γνωστός το ελληνικό κοινό από την ταινία του «Κους-κους και φρέσκο ψάρι» αφηγείται την ιστορία της, μέσα από μεγάλες σε διάρκεια σεκανς – τις σεκανς του εξευτελισμού της – που επαναλαμβάνονται σαν ηχηρά ρεφρέν σε ambient καμβά, σε σημείο του να οδηγούν τον θεατή σε μια εμπειρία που αγγίζει το bad trip. Στα σημεία που ο στροβιλισμός αυτός «παγώνει», ερχόμαστε αντιμέτωποι με το δικό μας μερίδιο συνενοχής – τη συνενοχή του βλέμματος.
Όσο ξοδεύεται η αρετή μιας γυναίκας, τόσο η φήμη της μεγαλώνει – και η Σάρα προβάλει την περηφάνια της στην οθόνη μιας αλλότριας συλλογικής αντίληψης παρουσιάζοντας την ως performance και τον εαυτό της ως θύτη – μόνο που εμείς έχουμε πλέον νιώσει στο πετσί μας πως τίποτα δε λάδωσε πιο αποτελεσματικά τα γρανάζια αυτών των μηχανισμών καταπίεσης από τα αχόρταγα βλέμματα των ανθρώπων που διασκέδασαν, στοχάστηκαν, λυπήθηκαν, φιλοσόφησαν και εκστασιάστηκαν με το γυμνό κορμί ενός ανθρώπου.
Προσθήκη νέου σχολίου