
Μουσική δεν είναι μονάχα οι τρίλεπτες pop επιτυχίες των Abba, αλλά και τα 20λεπτα εύθραυστα έπη των Godspeed You Black Emperor και τα ακόμη μεγαλύτερα σε διάρκεια ambient λιβάδια του Brian Eno. Ακολούθως, λογοτεχνία δεν είναι μόνο τα ρομάντζα της Τζέιν Όστιν, αλλά και τα μυθοπλαστικά δοκίμια του Ουμπέρτο Έκο. Και, φυσικά, κινηματογράφος δεν είναι μόνο οι εξόχως διασκεδαστικές blockbusterιές του Στίβεν Σπίλμπεργκ, αλλά και το λυρικό «χάσιμο» του Αντρέι Ταρκόφσκι.
Σημαντικό να θυμόμαστε βέβαια πως η ποιότητα ενός έργου τέχνης δεν καθορίζεται από τη φανέλα του. Ένα καλογραμμένο βίπερ-νόρα για παράδειγμα, είναι χίλιες φορές προτιμότερο από μια κακογραμμένη φιλοσοφική φιοριτούρα. Σημασία δεν έχει τι επιλέγεις να υπηρετήσεις, αλλά πόσο ικανός είναι σ’ αυτό. Τα υπόλοιπα υπάγονται στη μεγάλη αρρώστια αυτής της χώρας, την ποδοσφαιροποίηση των πάντων (ο Βασίλης Ραφαηλίδης έγραφε πως «η ποδοσφαιροποίηση των πάντων αρχίζει με την ποδοσφαιροποίηση των τεχνών, ακριβώς επειδή το ποδόσφαιρο είναι ένα φορμαλιστικό παιχνίδι που όμως δεν εκπαίδευσε κανέναν στην κυρίως ειπείν αισθητική» - φυσικά, είχε απόλυτο δίκιο).
Η ταινία του Μπέλα Ταρ «Το Άλογο του Τορίνο» τσίμπησε το δεύτερο βραβείο στο τελευταίο Φεστιβάλ Βερολίνου. Το οποίο είναι γνωστό ως το Φεστιβάλ των νέων τάσεων, το Φεστιβάλ που, για παράδειγμα, δεν έδωσε βραβείο στον Αγγελόπουλο γι αυτόν ακριβώς το λόγο (και οδήγησε τον δημιουργό του να δηλώσει «αν το ήξερα, δεν θα έφερνα την ταινία μου!»). Αναρωτιέμαι πως θα νιώθει τώρα για την περίπτωση Ταρ, αλλά φαντάζομαι πως μόνο αν έπαιρνε το πρώτο βραβείο ο Ούγγρος θα θύμωνε ο δικός μας. Όπως και να χει, ακόμη και οι “hip” Βερολινέζοι δεν μπόρεσαν να παραστήσουν τους αόμματους.
Η ταινία του Ταρ ξεκινά από ένα πραγματικό γεγονός: το 1889 και σε ηλικία 45 ετών, ο γερμανός φιλόσοφος Νίτσε γίνεται μάρτυρας του μαστιγώματος ενός γέρικου αλόγου, ενώ ταξιδεύει στο Τορίνο της Ιταλίας. Κλαίγοντας, το αγκαλιάζει για να το προστατέψει, και στη συνέχεια, καταρρέει στο έδαφος. Σε λιγότερο από ένα μήνα, στον Νίτσε θα διαγνωστεί μια σοβαρή ψυχική ασθένεια που θα τον κρατήσει κλινήρη για τα επόμενα έντεκα χρόνια μέχρι το θάνατό του. «Για το άλογο όμως, δεν μάθαμε τίποτα» συμπληρώνει σε off αφήγηση ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Και αμέσως σκάει στην οθόνη μια μεγαλειώδη σεκάνς: ένα μονοπλάνο του αλόγου που χτυπά αλύπητα ο άνεμος (ο μεγάλος πρωταγωνιστής της ταινίας), όπως αυτό τρέχει προς το μέρος μας και, στη συνέχεια, προς τα αριστερά της οθόνης, καθώς η κάμερα του Ταρ σπανίως στέκεται στη θέση της – τέτοια θεαματική αλλά και ουσιαστική χρήση της steadicam έχω να δω από τη Λάμψη του Κιούμπρικ. Σας μιλάω για ανυπέρβλητη σεκάνς: θυμάστε τον Τοσίρο Μιφούνε καβάλα, στον Θρόνο Του Αίματος του Κουροσάβα; Ε, πολλαπλασιάστε το επί 40 και πάλι είστε μακριά.
Από κει, μεταφερόμαστε στη καθημερινότητα του ηλικιωμένου οδηγού, και της εγγονής του. Μένουν σε ένα απόμακρο σπίτι και η ρουτίνα τους αγγίζει τα όρια του ελάχιστου. Ξυπνούν, εκείνη τον βοηθά να ντυθεί (το δεξί του χέρι είναι αγκυλωμένο) και ετοιμάζει το δείπνο τους. Περνούν 20 λεπτά μέχρι να ακουστεί μια λέξη. Σταδιακά όμως αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά. Η καταιγίδα μαίνεται. Το άλογο αρνείται να σύρει το κάρο. Και, στη συνέχεια, αρνείται και να τραφεί. Ξαφνικές επισκέψεις προκαλούν ταραχή και χάος. Το τέλος του Κόσμου προμηνύεται, όχι με εικόνες αποκάλυψης, not with a bang που λένε, but with a whisper.
Στο «Κατά Φιλοσόφων», ο Νίτσε γράφει: «Διαγράψαμε τον πραγματικό κόσμο: τι κόσμος μας μένει; Ο φαινόμενος κόσμος ίσως; Μα όχι! Γιατί μαζί με τον πραγματικό κόσμο διαγράψαμε και τον φαινόμενο». Φαινόμενος κόσμος: ο, ας τον πούμε, πνευματικός (δύσκολο να εισέλθεις σε φιλοσοφικά μονοπάτια και να αποφύγεις τον ακαδημαϊσμό, να με συμπαθάτε). Και η κάμερα του Μπέλα Ταρ καταγράφει μια σταδιακή βύθιση στο σκότος, το Τέλος δηλαδή ενός πολιτισμού ούτως η άλλως παρακμάζοντα, όπου κάθε μέγα επίτευγμα είναι από άχρηστο ως ανύπαρκτο. Η δε επίσκεψη του χωρικού, δίνει το έναυσμα για έναν μονόλογο όπου αναπτύσσεται πλήρως η Νιτσεϊκών αποχρώσεων «μαυρίλα» του Ταρ - ή μήπως ο επισκέπτης είναι ο ίδιος ο Όσβαλντ Σπένγκλερ, που πάτησε πάνω στη Νιτσεϊκή προβληματική για να γίνει ο ίδιος ένας προάγγελος του τέλους του Κόσμου;
Θα μου πείτε, σαν πολύ δεν το ανέλυσες το πράγμα; Μα είναι τόσο βαθιά η θλίψη της ταινίας, και τόσο έντεχνη η κατασκευή της (κινηματογραφικά – δηλαδή, τεχνικά – πρόκειται για επίτευγμα δεκαετίας) που δεν μπορείς παρά να βυθιστείς και εσύ ο ίδιος σε τέτοιες σκέψεις. Γιατί δεν πρόκειται για μαλακισμένο μηδενισμό της πλάκας, τύπου Saw. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ – ογκόλιθο, που υψώνεται και πλακώνει κάθε αντίσταση, κάθε θετική σκέψη, κάθε θεωρητικό ξεγλίστρημα. Αυτοί οι δυο άνθρωποι στέκουν ως σύμβολα ενός πολιτισμού που εγκαταλείπει και ταυτόχρονα εγκαταλείπεται. Και όλα αυτά ανεπτυγμένα μέσω μιας σπουδαίας κινηματογραφικής γλώσσας.
Ταινίες σαν το Άλογο Του Τορίνο, προσωπικά, μου μαυρίζουν τη ψυχή. Μερικές φορές, με κουράζουν κιόλας (όπως «κουράζουν» οι ταινίες του Ρομπέρ Μπρεσσόν – «μα αν δεν έπληττες, θα στενοχωριόσουν μετά για το καημένο το κορίτσι;» είχε σοφά πει κάποτε ο Παναγιωτόπουλος για το Mouchette). Μου θυμίζουν όμως πως το σινεμά κάποτε, εκτός από μέσο ψυχαγωγίας ήταν και μια μεγάλη αισθητική απόλαυση. Ακόμα κι όταν είναι βουτηγμένο στο θάνατο, σαν αυτό εδώ.
Τον θάνατο ως μοναδική ελπίδα εκείνων που έπαψαν πια να ελπίζουν.

Προσθήκη νέου σχολίου