
To London Boulevard είναι ένα παράξενο φιλμ – πιο παράξενο απ’ ότι θα έπρεπε. Κι αυτό γιατί, η παραξενιά του είναι κάτι που έχει διαφύγει της προσοχής του σκηνοθέτη Γουίλιαμ Μόναχαν: το ύφος, ο διάκοσμος, το soundtrack, το «γήπεδο», το στυλιζάρισμα, η ατμόσφαιρα, όλα είναι βρετανικότατα. Η ουσία πίσω από την ίντριγκα όμως, όχι.
Όπου πρώην κατάδικος από το Νότιο Λονδίνο (ο Κόλιν Φάρελ με κόκνεϊ προφορά που πείθει) προσλαμβάνεται ως «βοηθός» μιας διάσημης – και «τελειωμένης» - ηθοποιού, την οποία φυσικά και ερωτεύεται. Η διασημότητα, μια κλειστοφοβική συνθήκη (κλειστοφοβικά φιλμογραφημένη, αλλά και κάπως ανεκμετάλευτη σεναριακά) κι εκείνη ζει απομονωμένη σε μία έπαυλη. Παράλληλα, ο Φάρελ έχει να αντιμετωπίσει έναν αδίστακτο συμμορίτη, που θα ήθελε να τον έχει συνεργάτη στις βρωμοδουλειές του.

Μόνο που η ταινία ξεμένει πολύ γρήγορα από καύσιμα -μετά το πρώτο ημίωρο, οι δυναμικές των χαρακτήρων έχουν «ξεχειλώσει». Κι ας «βαράει» ο διάκοσμος, κι ας τα χώνει και το soundtrack, κι ας ανεβαίνουν οι τόνοι της βίας όσο προχωράμε προς το φινάλε. Πίσω από τη δράση όμως, υπάρχουν στιγμές που θα φυλάξουμε. Όπως, για παράδειγμα, όσες συμπεριλαμβάνουν τον Ντέιβιντ Θιούλις, που είναι ΙΔΙΟΣ ο Ντόναλντ Σάδερλαντ ως Χριστός στο Johnny Got His Gun και έχει και τις καλύτερες ατάκες σε ολόκληρη την ταινία. Όμως, όσο κι αν προσπαθεί ο Μόναχαν, ο Σωματοφύλακας και το Get Carter δεν αναμιγνύονται. Και η «τρεχάλα» της αφήγησης μαρτυρά μια σαφή έλλειψη προσανατολισμού: το London Boulevard μοιάζει να πετσοκόφτηκε λίγο παραπάνω απ’ ότι έπρεπε στο τραπέζι του μοντάζ. Κρίμα: αισθητικά το φιλμ σε ψήνει για κάτι πολύ πιο ισχυρό.

Προσθήκη νέου σχολίου