
Η Κριστίνα, μια ιδιόρρυθμη νεαρή κοπέλα ινδιάνικης καταγωγής που ζει σε μια φτωχική γειτονιά του Σαντιάγκο φροντίζοντας έναν ηλικιωμένο Ούγγρο, βρίσκει πεταμένη στα σκουπίδια μια τσάντα. Η τελευταία ανήκει στον Τριστάν, έναν γιάπι που έχοντας μόλις χωρίσει από την σύζυγο του βλέπει το οικοδόμημα της «επιτυχημένης» ζωής του να καταρρέει. Η Κριστίνα θα οικειοποιηθεί το περιεχόμενο της τσάντας – ένα i-Pod, μια κούτα με τσιγάρα, έναν ακριβό αναπτήρα – και θα αναζητήσει τον κάτοχό της στους δρόμους της πόλης, προσπαθώντας να ανακαλύψει την ιστορία του…
Κριτική:
Το “Play”, η πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά της Χιλιανής Αλίσια Σκέρσον – και, για την Ιστορία, το φιλμ που «άνοιξε» το διεθνές διαγωνιστικό πρόγραμμα του περυσινού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης – ανήκει στις σπάνιες αυτές περιπτώσεις ταινιών που εκπληρώνουν περισσότερα από όσα υπόσχονται και επιπλέον το κάνουν χαμηλόφωνα, σχεδόν αθόρυβα, χωρίς καν, θα έλεγε κανείς, να το επιδιώξουν… «Τα χρόνια ήταν σκληρά αλλά μοντέρνα», διαβάζουμε στο ξεκίνημα της ταινίας. «Πρόκειται για μια φράση από μια παλιά ιταλική παροιμία που αναφέρεται στα ρωμαϊκά χρόνια και έχει να κάνει με την ιδέα του τί θεωρείται μοντέρνα εποχή», μας εξηγεί η σκηνοθέτρια. «Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να αποδεχθούν όλη τη σκληρότητα της σύγχρονης ζωής επειδή απλά είναι μοντέρνα, εξαιτίας όμως της γρήγορης ανάπτυξης βρίσκονται σε μια σύγχυση». 
Έχοντας ως φόντο της το σημερινό Σαντιάγο και ως θέμα της την αναζήτηση «ταυτότητας» και ανθρώπινης επαφής σε μια απρόσωπη μεγαλούπολη η τριανταδιάχρονη Σκέρσον εικονογραφεί αυτή τη σύγχυση των «μοντέρνων καιρών» μας και συνθέτει μια γλυκόπικρη και μελαγχολική αλλά συνάμα ευφάνταστη, ευρηματική και ευπρόσδεκτα παιχνιδιάρικη φιλμική μπαλάντα, μια ταινία με έντονη τη γυναικεία ματιά και ευαισθησία πάνω στα πρόσωπα, τα πράγματα και τις καταστάσεις που περιγράφει. Μοναδική μας «ένσταση» ότι το κοινωνικό σχόλιο που επιχειρείται μέσα από την αντιπαράθεση της φτωχής, μετανάστριας εκ των έσω, Κριστίνα και του ευκατάστατου Τριστάν παρέμεινε έως το τέλος ευκαιριακό και εκκρεμές, δεν είναι όμως τόσο έντονη ώστε να αλλοιώσει το ειλικρινές (συν)αίσθημα του φιλμ και να ακυρώσει τη διακριτική γοητεία του…
(άρθρο από την παλιά ομάδα του Movieworld: 2003 - 2010 / Συντάκτης: Ειρήνη Kατσουνάκη )
Προσθήκη νέου σχολίου