
O Kάρερ, ένας μοναχικός μεσήλικας άντρας, παρατηρεί απ' το παράθυρό του τα εναέρια βαγονέτα του γειτονικού ορυχείου καθώς καταπίνονται ένα-ένα από την ομίχλη. Tο άυλο, βιομηχανικό τοπίο της περιοχής αγγίζει τα όρια του απίθανου, του φανταστικού. H ιστορία θα εκτυλιχθεί κάτω απ' το πρίσμα αυτού του αρχικού μελαγχολικού και ανεξίτηλου βλέμματος. O μοναδικός φίλος του Kάρερ είναι ο Bιλάρσκι, ιδιοκτήτης του μπαρ "Tιτανικός" και μικροαπατεώνας. Tο μοναδικό του πάθος είναι ο αδιέξοδος έρωτάς του για την παντρεμένη τραγουδίστρια του μπαρ. Θέλοντας να ξεφορτωθεί τον άντρα της για να μείνει, έστω και για λίγο, ανενόχλητος μαζί της, τον πείθει να μεταφέρει ένα παράνομο φορτίο για λογαριασμό του Bιλάρσκι...
Τόπος κυριολεκτικός: ένα εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό – εργατικό τοπίο κάπου στην Ουγγαρία, πέρα από οτιδήποτε θα μπορούσαν να επισκεφτούν οι εφιάλτες του Kafka ή η απόγνωση του Antonioni. Χρόνος κυριολεκτικός: 1988, η χρονιά που μέσα από τις τεραστίων διαστάσεων κινητοποιήσεις του ουγγρικού λαού επήλθε το πρώτο, αποφασιστικό ρήγμα στο σιδηρούν παραπέτασμα. Ψήγματα Ιστορίας σε ένα σκηνικό μετα-αποκαλυπτικό, όπου ο μοναδικός ανάλαφρος επισκέπτης είναι η ομίχλη, ένα πέπλο τραχύ μα διόλου ονειρικό. Η αναζήτηση όποιας ηθικής ακεραιότητας φαντάζει με χίμαιρα. Η ανομία μοιάζει σα σοδειά που έχει κατακάτσει στο νωπό έδαφος της άγνωστης πόλης.
Σε ένα μπαρ με την εύγλωττη ονομασία «Τιτανικός», μια γυναίκα σιγοψιθυρίζει στίχους μιας χαμένης αγάπης. Το ερωτικό τραγούδι γίνεται κοινός τόπος για το συλλογικό αδιέξοδο, για την κατάρρευση κάθε ιδεώδους που μέχρι εκείνη την εποχή λειτουργούσε, καλώς ή κακώς, σα στυλοβάτης. Εκείνη, σκοτεινό (ή μήπως μουντό) αντικείμενο του πόθου, συνεχίζει να επιθυμεί την απόδραση και να ελπίζει σε ένα καλύτερο αύριο. «Τίποτα δεν είναι σταθερό εδώ, δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν». Λόγια απέριττα, πλημμυρισμένα από τη σαρωτική επίδραση της Ιστορίας σε (δι)ατομικό επίπεδο. Τα χείλη της ξεστομίζουν ευχές ανάστασης, αλλά το βλέμμα αποκαλύπτει την ήττα από την κατάργηση του ιστορικού χρόνου και την επιβολή μιας αέναης, κυκλικής πορείας δίχως προσμονή για ένα καλύτερο αύριο.
Η ανία, αγαπημένο θέμα του μοντερνιστικού κινηματογράφου που ασχολήθηκε μαζί του σε πολυάριθμες εκφάνσεις, αντιμετωπίζεται εδώ για πρώτη φορά με όρους ξεκάθαρα μηδενιστικούς. Οι κάτοικοι του Κολαστηρίου χαρακτηρίζονται από ένα κοινό αίσθημα, ιδιότητα έμφυτη της ασθμαίνουσας ύπαρξής τους: νιώθουν προδομένοι. Από το καθεστώς, από τον έρωτα, από τις συνήθειές τους, από τον Άλλον. Σε μια χαρακτηριστική απόπειρα αποδόμησης του film noir, δεν είναι η femme fatale που ενδιαφέρεται για τον αντι-ήρωά μας, εκείνος είναι που αποζητά απεγνωσμένα να αποπλανηθεί, μέχρι τελικής προδοσίας, από εκείνη. Σε πρώτη ανάγνωση θέλει απλά να αγαπηθεί. Στην πραγματικότητα, όμως, ψάχνει μια τελευταία ευκαιρία πριν παραιτηθεί οριστικά, νικημένος κι αυτός (όπως όλοι τριγύρω του) από την αδικία της βαρύτητάς του. Η εξευτελιστική του απόρριψη δεν είναι παρά μια σταθερή συγχορδία στην κάθοδό του στην κόλαση της αποξένωσης.
Στην πρώτη του συνεργασία με τον συγγραφέα László Krashnahorkai, ο Béla Tarr επιβάλλεται ως μια ξεχωριστή στιλιστική (και όχι μόνο) «υπογραφή» και ωθεί την κινηματογραφική αφήγηση σε εδάφη που πριν από αυτόν έμοιαζαν εκτός των δυνατοτήτων της. Στον ευθύ απόγονο του Κολαστηρίου, τον Άνθρωπο από το Λονδίνο (2007), ο Ούγγρος δημιουργός θα φορέσει τη noir ενδυμασία του για να σταθεί στις ηθικές επιπτώσεις των δρώμενων. Είκοσι χρόνια πριν, όμως, κάτι τέτοιο έμοιαζε εξορισμού άκαιρο. Το ζήτημα ήταν η καταδυναστευτική δύναμη του χρόνου, η επιβράδυνσή του που καθιστά περισσότερο ανυπόφορα τα δεσμά του και η επανάληψη, καθεστώς στον κυκλικό χορό της αβάσταχτης αιωνιότητας.
Προσθήκη νέου σχολίου