Τρίτη, 07 Σεπτεμβρίου 2010
Αρχική Σελίδα Εξώστης Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 2

Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 2
Συντάχθηκε από τον/την The Movieworld Team   
Ημερομηνία Δημοσίευσης: Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007
 Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 2
Την δεύτερη ημέρα του – αν και ο καιρός δεν βοηθούσε καθόλου – το φεστιβάλ άρχισε πια να βρίσκει το ρυθμό του καθώς επικεντρώθηκε στο βασικό αντικείμενο του, δηλαδή τις...ταινίες! Σύννεφα, βροχή, ατελείωτη βροχή, αέρας και ωραίες…μουσικές!
Δεύτερη ημέρα κιόλας του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και η πόλη θυμίζει περισσότερο Εδιμβούργο και Γλασκόβη παρά Μεσόγειο. Το σκηνικό του καιρού ίδιο και απαράλλαχτο, aνυπόφορη υγρασία, ήλιος το πρωί και κατόπιν ανοίγουν οι ουρανοί. Λες και ο φίλτατος σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν με την ταινία του «Η Ακρη Του Ουρανού» εννοούσε αυτό ακριβώς το πράγμα, ότι δηλαδή η άκρη του ουρανού κρύβει τεράστιες ποσότητες νερού για την πόλη…Αλλά για τον κύριο Ακίν θα μιλήσουμε παρακάτω. Η βροχή των ταινιών έρχεται να συμπληρώσει το σκηνικό. Για άλλη μια φορά οι ιθύνοντες του Φεστιβάλ δεν πρωτοτύπησαν ευχάριστα, διακόσιες πενήντα περίπου ταινίες σε διάστημα δέκα ημερών. Και πολλά...μικρά φεστιβάλ να ξεπροβάλουν σαν φιλμικά πλοκάμια απ’ το σώμα της κυρίως διοργάνωσης. Για όλα τα γούστα...Ελληνικό τμήμα, αφιέρωμα στο Νίκο Νικολαΐδη, φιλμογραφία Τζον Σέιλς, ανασκόπηση στο φωτογραφικό και σκηνοθετικό έργο του Γουίλιαμ Κλάιν, ειδικές προβολές, ισπανικό σινεμά, DigitalWave, Ημέρες Ανεξαρτησίας, αφιέρωμα στον Ρουμάνο Νάε Κάρανφιλ κ.λπ. Όλα αυτά και πολλά άλλα θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο εφετινό φεστιβάλ που στοίχισε λίγο - πολύ τα ίδια με πέρυσι και αποτελεί, χωρίς καμία αμφιβολία, τη μεγαλύτερη εγχώρια κινηματογραφική γιορτή. Είτε μας αρέσει είτε όχι...



Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την εφετινή αφίσα του φεστιβάλ, λιτή αλλά εντελώς αμήχανη, τουλάχιστον για εμένα. Τί να πω, εάν η δημιουργική φαντασία εξαντλείται σε ένα μάλλον αδιάφορο κολπάκι που παίζει με τον αριθμό 48, όσα και τα χρόνια της διοργάνωσης, τότε…Παλαιότερα οι αφίσες είχαν ένα ενδιαφέρον και μια κινηματογραφική αισθητική, προκαλούσαν συζητήσεις. Τα ίδια και για το site του Φεστιβάλ. Ωραίο, κομψό, με πολλές λεπτομέρειες, με πρόγραμμα που για πρώτη φορά ανακοινώθηκε δέκα ημέρες πριν την έναρξη αλλά ουδέτερο, χωρίς αισθητικό προσανατολισμό. Φεστιβάλ κινηματογράφου είναι εδώ, όχι συνέδριο οδοντιάτρων…Η υπερβολική ταχύτητα (λόγω βιασύνης) με το οποίο έγινε ακόμα και αυτό είναι και η αιτία που παραλείφθηκε το λογότυπο του Movieworld από το section των χορηγών, αξίζει νομίζω να το πούμε. Μια πικρή ιστορία που έχει κάνει κάποιους στην Αθήνα να είναι όλη την ημέρα στα τηλέφωνα και να τρέχουν και να μη φτάνουν, λες και δεν μας έφτανε ο φόρτος εργασίας που έχουμε με την κάλυψη...



Αν κάποιος ξεχώριζε το πρόσωπο που κυριαρχεί εφέτος στο φεστιβάλ θα έπρεπε να αναφερθεί σ’ ένα σκηνοθέτη που δεν είναι εν ζωή εδώ και σαράντα χρόνια. Ο λόγος για τον Ιάπωνα Μίκιο Ναρούσε και τη μίνι αναφορά στην μνήμη του που περιλαμβάνουν οι εμπνευσμένες Ημέρες Ανεξαρτησίας του Λευτέρη Αδαμίδη. Από μια γιγαντιαία φιλμογραφία ενενήντα ταινιών θα προβληθούν περίπου δέκα, ικανές για να μας συστήσουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα πολύ αξιόλογο δημιουργό που το έργο του δεν έφτασε ποτέ σε εμάς εδώ στη δύση. Ο άγνωστος «τέταρτος» του ιαπωνικού σινεμά - δίπλα στους Όζου, Μιζογκούτσι και Κουροσάβα - και αιώνια αδικημένος ως προς την προβολή του έργου του υπήρξε μεταμοντέρνος στην εποχή του, πρωτοπόρος και με εικόνες που εξακολουθούν να ρέουν αλώβητες στο χρόνο σαν «…ένα πλατύ ποτάμι που η ήρεμη επιφάνεια του κρύβει ορμητικά ρεύματα» όπως έλεγε ο θαυμαστής του Ακίρα Κουροσάβα. Σ’ αυτές τις εικόνες μυηθήκαμε κι εμείς πηγαίνοντας στην προβολή της ταινίας του «Τα Κυματιστά Σύννεφα». Στο μεταπολεμικό Τόκιο η Γιουκίκο ξαναβρίσκει τον Τομιόκα, έναν εραστή και συνεργάτη της από τον πόλεμο που ζει ακόμα με την σύζυγο του. Ο Τομιόκα της εξηγεί ότι η σύζυγος του είναι άρρωστη και δεν μπορεί να την εγκαταλείψει. Οι δυο εραστές καταφεύγουν σε ένα ξενοδοχείο στα βουνά όπου ο Τομιόκα ερωτεύεται μια νεαρή. Η έγκυος Γιουκίκο τον εγκαταλείπει, όχι όμως για πολύ. Την ξανασυναντά και της ζητά χρήματα για να θάψει τη σύζυγο του. Η Γιουκίκο δεν διστάζει να κλέψει για χάρη του. Τελικά τον ακολουθεί στο νότο της Ιαπωνίας και πεθαίνει ακριβώς τη στιγμή που ο Τομιόκα έιχε αρχίσει να την αγαπά αληθινά. Μια βαθιά ερωτική ιστορία από το 1955, σε black & white, με λαϊκή ματιά που αγκαλιάζει την πλατιά μάζα και με μια αφήγηση μινιμαλιστική, εντελώς απογυμνωμένη από το παλαιού τύπου μελόδραμα. Με το δίδυμο των ηρώων – που ώρες - ώρες θυμίζει κάτι από το «Καταραμένοι Εραστές» του Βισκόντι ή ακόμη καλύτερα το «Σταυρωμένοι Εραστές» του Μιζογκούτσι χωρίς όμως την παθιασμένη ένταση αυτών - να είναι πιο μπροστά από τη μίζερη και συμβατική εποχή του και γι’ αυτό να σαρώνεται από δυσκολίες και διαψεύσεις. Όμως αντέχει γιατί αποδέχεται τη ματαιότητα του έρωτα και το ανεκπλήρωτο των επιθυμιών...Με χρήση μεγάλων βαθών πεδίου για να τονιστούν τα δύο - με πολύ σωστή χρήση close up - πρωταγωνιστικά πρόσωπα, έναν υπόγειο πεσιμισμό και νουάρ ατμόσφαιρα ο Ναρούσε υπογράφει ένα αριστούργημα με περισσή ειλικρίνεια για ένα κόσμο που συνεχώς μας προδίδει.



Και έπειτα Φατίχ Ακίν με τον ίδιο αλλά και τη σύζυγο του, το μικρό γιο του και δύο από τους παραγωγούς του παρόντες στην αίθουσα. «Η Ακρη Του Ουρανού» συνάντησε σε μια ευτυχή συγκυρία ένα δράμα ολκής και ένα αλληγορικό ψυχογράφημα αλλόκοτων και απροσάρμοστων χαρακτήρων που διαρκώς αλλάζουν και αναζητούν την ταυτότητά τους, όπως και η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Νεζάρ δεν εγκρίνει την απόφαση του χήρου πατέρα του Αλί να συγκατοικήσει με την πόρνη φίλη του. Αρχίζει όμως να τη συμπαθεί όταν ανακαλύπτει ότι στέλνει χρήματα στην Τουρκία για τις σπουδές της κόρης της. Ο ξαφνικός θάνατος της απομακρύνει πατέρα και γιο. Ο Νεζάρ ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη για ν’ αναζητήσει την κόρη της η οποία είναι πολιτική ακτιβίστρια που διώκεται για την δράση της και καταφεύγει στη Γερμανία…Βραβείο σεναρίου και κριτικής επιτροπής στο φεστιβάλ Κανών για τον παλαιό φίλο του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Ακίν και απολύτως δίκαια για μια ταινία πεισιθάνατη αλλά και υπόκωφα οπτιμιστική με την έννοια ότι κάθε θάνατος είναι και μια γέννηση που ανοίγει την πόρτα για παρακάτω. Αυτό ακριβώς περιγράφει - με ένα υποδειγματικό σε ρυθμό και ακρίβεια μοντάζ - ο σκηνοθέτης μέσω του κουαρτέτου των χαρακτήρων της ταινίας του, Με διεισδυτική ματιά αποκρυπτογραφεί τα «θέλω» και τα «πρέπει» τους. Στη μικρή Βαβέλ της ταινίας ο χρόνος κατακερματίζεται, κολλάει σε ένα πανέξυπνο επαναληπτικό μοτίβο με flashbacks και η μοίρα παίζει άσχημα παιχνίδια αλλά η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία όπως μαρτυρά το κάδρο του αμήχανου τέλους. Η παρουσία της Χάνα Σιγκούλα στη ταινία σκεπάζει όλουw τους άλλου πρωταγωνιστές, ακόμη και τον έξοχο Μπάκι Ναβράκ στον κεντρικό ρόλο.



Ο Ακίν από την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία του που την είχα πρωτοδεί στη Θεσσαλονίκη το 2000, το «Im Juli», έχει νεύρο, καλές γωνίες λήψης και, το κυριότερο, κάνει ένα σινεμά σύγχρονο χωρίς ταμπού. Αλλά συγχρόνως είναι και DJ…Οι πάντες εδώ στη Θεσαλονίνίκη θυμούνται το αδιαχώρητο που είχε προκληθεί πριν δύο χρόνια στο DJ set του με αφορμή το «Crossing The Bridge». Το ίδιο προκλήθηκε και εχθές σε μπαράκι της πόλης για ένα ακόμη μουσικό μίξερ βαλκανικού beat και κοσμοπολίτικου dance και φυσικά μουσική από το τελευταίο του φιλμ (την οποία υπογράφει ο Γερμανοσέρβος Shantel που το καλοκαίρι ξεσηκωσε τα πλήθη στις «Γιορτές Της Γης» στη Βλάστη Κοζάνης). Έχει γκελ ο Ακίν, ακόμη κι όταν είναι πίσω από τα decks…Τα πάρτι συνεχίζονται καθημερινά, το ίδιο και οι προβολές. Προτιμήστε...και τα δύο!
Πέτρος Αλμπάνης



Μπαίνοντας για τα καλά στο «κυρίως θέμα»...
Μεσημεράκι στην αίθουσα του «Ολύμπιον» παρακολουθήσαμε την πρώτη προβολή του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος του 48ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, την ταινία «Βάσερμιλ» του Μουσόν Σαλμονά που βρισκόταν εκεί για να απαντήσει στις ερωτήσεις του κόσμου. Τρεις νέοι που μεγαλώνουν στην ίδια γειτονιά του Ισραήλ κουβαλώντας ο καθένας τον δικό του σταυρό θα αναγκαστούν να συνεργαστούν στα πλαίσια της ποδοσφαιρικής ομάδας που αναγκαστικά συμμετέχουν. Ο Ντίμα είναι Ρώσος, ο πατέρας του είναι άνεργος και ο ίδιος διακινεί ναρκωτικά. Ο Αντιέλ είναι Αφρικανός και ουσιαστικά μεγαλώνει μόνος του τον μικρό του αδελφό μια που η μητέρα του δεν δείχνει να συμμετέχει και πολύ σε οτιδήποτε συμβαίνει. Οι δυο τους αναγκάζονται να συμμετέχουν στην ποδοσφαιρική ομάδα γιατί διαφορετικά θα αποβάλλονταν από το σχολείο. Εκεί συναντούν τον Σλόμι ο οποίος εργάζεται ως διανομέας πίτσας και δέχεται τη βίαιη συμπεριφορά του αφεντικού του και όχι μόνο. Ο μεγάλος στόχος τους είναι η νίκη στο τουρνουά ποδοσφαίρου στο γήπεδο Βάσερμιλ ώστε να μπορέσουν να ξεφύγουν από τις ζωές τους. Με την βοήθεια και την πειθαρχία στην οποία τους υποβάλλει ο προπονητής τους ξεπερνούν σταδιακά τις προσωπικές τους διαφορές και συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους αλλά οι λανθασμένες επιλογές τους δείχνουν να τους ακολουθούν. Μεγαλωμένος στην ίδια γειτονιά όπου γυρίζεται το φιλμ ο Μουσόν Σαλμονά εκτός του ότι είναι δεμένος με τα μέρη γνωρίζει από πολύ κοντά τα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι νέοι και, αν και η ταινία του δεν είναι αυτοβιογραφική, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις όντως υφίστανται στην περιοχή. Μια ήσυχη, όμορφη κινηματογραφικά ιστορία που παρασύρεται συχνά από τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Ένα καστ που ταίριαξε στους ρόλους του, ακόμα περισσότερο εξαιτίας του γεγονότος ότι οι περισσότεροι ήταν ερασιτέχνες. Αλλά και ένα αναμενόμενο τέλος που, αν και ο σκηνοθέτης υποστηρίζει ότι δεν είναι η κατάληξη των προσώπων, σφράγισε όμως τις ιστορίες και τον τριών αγοριών…εκτός και αν υπάρξει sequel. Ιδωμεν, άλλωστε είναι μόλις η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του...



Στη συνέχεια και αφού περιπλανηθήκαμε ποικιλοτρόπως στους χώρους του φεστιβάλ γνωρίζοντας κόσμο και συναντώντας γνωστούς καταλήξαμε στην αίθουσα «Φρίντα Λιάππα» για την ταινία «Μικροί Θεοί» του Δημήτρη Καρακατσάνη. Αν και Έλληνας στην καταγωγή έχει μεγαλώσει στο Βέλγιο και δεν μιλά ελληνικά, βρισκόταν όμως εκεί με την ταινία του που συμμετέχει στο διεθνές τμήμα του φεστιβάλ εκτός συναγωνισμού. Η Ελένα εξομολογείται σε ένα δικηγόρο τις περιπλανήσεις της από τη στιγμή που ο γιος της σκοτώνεται σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο οποίο η ίδια κρατούσε το τιμόνι. Κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής της στο νοσοκομείο απάγεται από έναν άγνωστο και ταξιδεύει μαζί του χωρίς να αναρωτιέται πώς και τί. Στην πορεία του χωρίς προορισμό ταξιδιού τους συναντούν την Σάρα που είναι η μοναδική επιζήσασα από μια επίθεση συμμορίας στο πατρικό της σπίτι. Οι τρεις τους περιπλανιούνται, αμίλητοι τις περισσότερες φορές και ασαφείς ως την συμπεριφορά και την επιβίωση τους. Μπλέκοντας λίγη ψυχολογία με ένα φλου σενάριο τα δύο πρόσωπα που η Ελένα περιγράφει μπορεί και να είναι αποκυήματα της φαντασίας της, κάποιο είδος μετατραυματικού σοκ λόγω του χαμού του γιου της. Μια ιστορία τόσο θολή όσο και η εικόνα της και η οποία κακομεταχειρίζεται τους θεατές αφήνοντας τους να αναρωτιούνται αν είναι τόσο μη κουλτουριάρηδες, ταράζοντας τους βίαια και επανειλημμένα με ανεξήγητα βίαιες σκηνές. Η πρώτη σκηνή είχε γυριστεί πριν από τρία περίπου χρόνια, είναι αυτή της συμμορίας που ξεκληρίζει την οικογένεια της Σάρα με βάση την οποία γράφτηκε η μουσική και η αρχική πρόθεση ήταν να γυριστεί ένα θρίλερ…Ισως και να ήταν καλύτερα έτσι γιατί θα βλέπαμε την ταινία από διαφορετική σκοπιά και με διαφορετική διάθεση.



Βγαίνοντας από την αίθουσα έπρεπε να κάνουμε το γύρο για να...ξαναμπούμε για την αμέσως επόμενη ταινία, κάτι που ίσως να εμπεριέχει μια δόση δικαιοσύνης απέναντι στους υπόλοιπους θεατές υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να καταρρίψουν αυτή την άποψη. Ένα από αυτά ήταν η ουρά που έφτανε μέχρι έξω καθώς λίγο νωρίτερα ξεκινούσε στο διπλανό «Τόνια Μαρκετάκη» το Digitalwave. Η δική μας αίθουσα γέμισε ασφυκτικά, ως και τους διαδρόμους και όχι μόνον γιατί ήταν Σάββατο, ήταν το δεύτερο βράδυ του φεστιβάλ κα επρόκειτο για μια πανέξυπνη και άκρως πολιτικοποιημένη ταινία. Ο λόγος για το «AFR» του Δανού Μόρτεν Χαρτς Κάπλερς που το συναντούμε στο τμήμα «Focus: Σύγχρονοι Πόλεμοι». Η ταινία είναι ένα «ψευδοντοκιμαντέρ» γύρω από τη δολοφονία του πρωθυπουργού της Δανίας Άντερς Φογκ Ράσμουνσεν – ο οποίος φυσικά ζει και...βασιλεύει! – σε συνδυασμό με τον τόσο δυνατό του έρωτα με τον Εμίλ ο οποίος είναι ο βασικός ύποπτος για το έγκλημα και τον υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης! Η ταινία συντίθεται από πλήθος σκηνών αρχειακού υλικού και συνεντεύξεων πολιτικών προσώπων της Δανίας που «εξαπατήθηκαν». Το θέμα είναι πόσο διαφορετικός είναι ο τρόπος που μπορούν να δουν οι Δανοί τούτη την ταινία και πόσο οποιοσδήποτε θεατής από άλλη χώρα έθνους που δεν γνωρίζει τα πολιτικά πρόσωπα. Οι ζωές των δύο αντρών εξιστορούνται παράλληλα και εμπλέκονται με ένα προκλητικό τρόπο, όχι μόνον ως ιστορίες αλλά και σκηνοθετικά καθώς δημιουργείται ένα παράξενο συνονθύλευμα τρόπων με τους οποίους μπορεί να «διαβαστεί» η ταινία. Τα πολιτικά αιτήματα τοποθετούνται στην αφήγηση της καλής πολιτικής που ακολούθησε ο πρωθυπουργός και στη συνέχεια με την αποδοκιμασία της κακής, «αμερικανόφιλης» περιόδου του που τυχαία συνέπεσε και με την απομάκρυνση από τον ομοφυλοφιλικό έρωτα του με τον Εμίλ. Το σενάριο - που προσαρμόστηκε πολλές φορές στην πολιτική επικαιρότητα - κλείνει το μάτι στους ευκολόπιστους που παρασύρονται από τα media και στους πολιτικούς και την βοήθεια που προσφέρουν ώστε δήθεν να προωθηθεί το κοινό καλό και να δημιουργηθεί – δεν θα πω να διατηρηθεί – η παγκόσμια ειρήνη και ευημερία. Τα θέματα που ανοίγει προς συζήτηση πολλά, άψογα σκηνοθετημένα μα και πολιτικά τοποθετημένα και ήταν μόλις η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Το ερώτημα που έθεσε ο ίδιος σε όσους την παρακολούθησαν ήταν «θα μπορούσατε να κάνετε αυτή την ταινία στην Ελλάδα;». Τί να του απαντήσεις τώρα; Να ξύνουμε πληγές;
Λία Παππά

[Οι δύο πρώτες φωτογραφίες και αυτή του Φατίχ Ακίν είναι του Πέτρου Αλμπάνη]



 
the_million_dollar_hotel.jpg
photo94.jpg
photo7.jpg
photo4.jpg
photo3.jpg
photo9.jpg
photo5.jpg
photo6.jpg
photo8.jpg
photo2.jpg
photo93.jpg
photo1.jpg
photo92.jpg