Το ευρωπαϊκό κινούμενο σχέδιο, εδώ και πολλές δεκαετίες, πολεμά τον ρεαλισμό που το αμερικάνικο animation υπηρετεί. Γιατί το τελευταίο, όπως και κάθε made in USA καλλιτεχνική έκφραση, είναι τέχνη καθαρά αφηγηματική. Τι να κάνουμε, κανείς λαός δεν κατέχει τόσο την αφήγηση όσο αυτός! Η παράδοση του ευρωπαϊκού animation όμως, βρίθει ξεχωριστών περιπτώσεων που αναζήτησαν την ανατροπή αυτού του ρεαλισμού μέσα από μια καλλιτεχνική παράδοση αιώνων και σε αυτή, εδώ και κάποια χρόνια, είχε προστεθεί το όνομα του Sylvain Chomet που, λίγα χρόνια πριν, μας είχε προσφέρει το Τρίο Της Μπελβίλ (2003). Και τι δεν είχε στοιβάξει εκεί μέσα: τον Fellini αλλά και τον Django Reinhardt, τον Fred Astaire μα και την Amália Rodrigues, ένα χαρμάνι μοναδικό - και κάπου εκεί στο διαμέρισμα των τριών υπερήλικων ηρωίδων του, έβλεπες και την αφίσα από τις Διακοπές του κ.Ιλό (1953), του Jacques Tati. Το ελλειπτικό, υπογείως ανατρεπτικό χιούμορ του οποίου έδειχνε να έχει ποτίσει τα καρέ του Chomet.
Ο Tati έγραψε τον Θαυματοποιό θέλοντας να πλησιάσει την μεγάλη του κόρη, την οποία και εγκατέλειψε όταν εκείνη ήταν ακόμα βρέφος - θα πρωταγωνιστούσαν οι δυο τους. Δυστυχώς, οι απανωτές οικονομικές δυσκολίες του σκηνοθέτη αλλά και ένας βαθύτερος δισταγμός από τη μεριά του, άφησαν το σενάριο να μαζεύει σκόνη, μέχρι που ο Chomet το μετέτρεψε σε μια υπόκωφη, μελαγχολική και αχνά σχεδιασμένη ελεγεία, όπου κάθε γραμμή στο σκίτσο δείχνει θολή, έτοιμη να αποσυντεθεί. Σαν μια παλιά φωτογραφία που το ρετουσάρισμα της έμεινε στα μισά, η εικόνα του Illusionniste κουβαλά πολλά περισσότερα από την retro της ατμόσφαιρα. Και ο ξεπεσμένος ταχυδακτυλουργός, ο Tatischeff (το πραγματικό όνομα του Tati), μια ψηλή, αγέρωχη αλλά και φθαρμένη πρωταγωνιστική φιγούρα που κρατά σε απόσταση κι από εμάς τους ίδιους ακόμα, τον καημό του για τη μικρή Alice, στέκεται εδώ ως ο εκπρόσωπος μιας τέχνης που θεωρείται κι αυτή μόνη, ξεπερασμένη από την εποχή της: το κινούμενο σχέδιο σχεδιασμένο στο χέρι. Μόνο όμως "στο χέρι" θα μπορούσε να μετουσιωθεί η αυθεντικότητα της ματιάς του Tati: η μαγεία των σπουδαίων ταινιών του άλλωστε δεν βρίσκεται στο σενάριο αλλά στα ντεκόρ και στο παιχνίδισμα των ηθοποιών, καθώς αυτοί τρέχουν γύρω-γύρω από ένα gag, προσποιούμενοι πως δεν το βλέπουν. Γι αυτό και ο Chomet είναι μάγκας. Μέσα από τις σελίδες του σεναρίου, ανέσυρε το πνεύμα του συγγραφέα του, όπως αυτό κοιμόταν ανάμεσα στις γραμμές. Το αποτέλεσμα, ισορροπεί στην κόψη του λυρισμού. Ενίοτε, πολύ αστείο. Και, στις ανεπαίσθητες κορυφώσεις του, πολύ συγκινητικό.










Προσθήκη νέου σχολίου