Ο καθένας μας πρωτοσυνέλαβε το concept του Θανάτου με τη δική του προσωπική αφορμή, αλλά όλοι μας, λίγο-πολύ έχουμε νιώσει αυτό το γνωστό σφίξιμο στο στομάχι. Και ο καθείς το ερμηνεύει όπως θέλει και όπως μπορεί. Για τους περισσότερους πολιτισμούς εκεί έξω, η Ύπαρξη δείχνει να περιστρέφεται γύρω από το Θεό, όπου, μετα Θάνατον, οι καλές μας πράξεις θα μας χαρίσουν ένα μέλλον φωτεινό και “απεριόριστο”. Στην απέναντι όχθη, άπειροι γνωστοί και λιγότερο γνωστοί φιλόσοφοι υπογραμμίζουν καγχάζοντας την ειρωνία που κρύβεται πίσω από τον Θάνατο – την τελευταία τιμωρία μιας ζωής γεμάτης από βάσανα και ταπεινώσεις. Ολα αυτά βέβαια δε συντελούν κάποια σαφή απάντηση. Και ο Κλιντ Ίστγουντ, στα 80 του χρόνια, σκηνοθετεί το Hereafter, ξεκινώντας από ένα κομβικό σημείο: την υποψία δηλαδή, μιας μετά-ζωής, που ταλανίζει τους τρεις βασικούς του χαρακτήρες.
“Hereafter”: δηλαδή, χονδρικά, τη μιά είσαι εδώ, και την άλλη, έχεις “φύγει”. Πρώτα είσαι “Here”, και το “After” ακολουθεί. Περί του “After” λοιπόν, ο Ίστγουντ δεν έχει να πει πολλά. Οι αναπαραστάσεις του “limbo”, ας πούμε, άσπρες και θολές, “κουνημένες” και απροσδιόριστες, δεν απαντούν σε τίποτα και σε κανέναν. Λογικό: ελάχιστα ενδιαφέρει τον Ίστγουντ το όλο ζήτημα. Αναγνωρίζει την αγωνία μας, αλλά ενδιαφέρεται περισσότερο με το τι κάνουμε στο εδώ-και-τώρα. Και, κατά πόσο ο φόβος του θανάτου στέκεται ως εμπόδιο στη ζωή – στο “Here” - που μας έλαχε να ζήσουμε. Αυτό, σε ότι αφορά τον δραματουργικό άξονα. Πάμε τώρα στη γραφή: Το σαρωτικό τσουνάμι που χτύπησε προσφάτως την Ταϊλάνδη, δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα. Προσέξτε πως ο Ίστγουντ διευθύνει τη σκηνή: τα ψηφιακά εφέ είναι άκρως εντυπωσιακά, αλλά το στιγμιότυπο που κάνει όλη τη δουλειά για εμάς, είναι αυτό όπου ο Thierry Neuvic παρακολουθεί την καταστροφή από το μπαλκόνι του δωματίου του, ενώ αυτή καθρεφτίζεται σε μια τζαμόπορτα: μοντάζ μέσα στο κάδρο (σκηνοθετικό device που θα έπρεπε να διδάσκεται), και κέντρο βάρους στον ανθρώπινο παράγοντα: δυο στοιχεία αρκετά για να κάνουν τη καρδιά μας να χτυπά εκκωφαντικά, όπως δεν θα το πετύχαιναν όλοι οι Michael Bay του κόσμου. Ομοίως, το σενάριο βάζει στην άκρη κάθε εφετζίδικο δραματουργικά κολπάκι για να επικεντρωθεί σε αυτό που βιώνουν οι κεντρικοί χαρακτήρες, όλοι τους φτιαγμένοι από χώμα και νερό, όλοι τους μπολιασμένοι με τον κοινό μας φόβο, κι ας δείχνουν κάπως άνισες οι υπόλοιπες δυο ιστορίες μπροστά στην εσωτερική καλλιγραφία αυτής του Ματ Ντέιμον. Γιατί ο Ίστγουντ, χαρίζει σ'ολους – μαζι τους, και σ' εμάς - μια πανανθρώπινη ακτίδα φωτός.










Προσθήκη νέου σχολίου