
Θα 'θελα να 'μουν εκεί, εκείνες τις χειμωνιάτικες στιγμές του '72 όταν καλοβαλμένες, μεσόκοπες κυρίες, μετά των κυρίων και της γούνας τους, αντίκριζαν το βούτυρο της μεσοαστικής τάξης να αλείφεται ιερόσυλα στην απαγορευμένη οπή της αγίας κρεβατοκάμαρας, μπάζοντας μεμιάς τον όφι στον παράδεισο. Από την πίσω πόρτα. Θα 'θελα να γίνω αυτόπτης μάρτυρας όλων των καταπνιγμένων οργασμών, των εξόριστων φαντασιώσεων και των λησμονημένων απολαύσεων που αυτόχρημα μεταφράστηκαν σε επιφωνήματα αηδίας και βλέμματα σεμνότυφης αποστροφής. Θα 'θελα, βυθισμένη στα σκοτάδια, να απολαύσω τον υγρότερο, μυστικότερο, αμωμότερο οργασμό της ζωής μου. Σχεδόν 40 χρόνια μετά, περιτριγυρισμένη από την κουλτούρα του Sex and the City και των φλούο δονητών, των λιπαντικών προς κάθε χρήση και καμία συμμόρφωση, του www.sexpantou.com, είμαι σίγουρη πως ο εντονότερος οργασμός που μετουσιώθηκε ποτέ σε φιλμ ήταν τούτος εδώ, του Bertolucci.
«Fucking God!», ουρλιάζει ο Paul. Αφορισμός πρώτος κι αποδέσμευση από το ένα βαρίδι της στύσης του -στύσης όχι μόνο βιολογικής αλλά και (κυρίως) πνευματικής. Ο δεύτερος θα έρθει λίγο μετά. Στα μαύρα κατάστιχα κι η ιστορία, η δική του, της Jeanne, των άλλων. Κάθε ίχνος τους, μέχρι τώρα, στη ζωή πρέπει να αφανιστεί, να μείνει εκτός των τειχών ενός διαμερίσματος που θυμίζει το δίχως βαρύτητα σεληνιακό τοπίο. Έξω απ' αυτό το Παρίσι. Σκηνικό του προσωπικού δράματος εκάστου πρωταγωνιστή, πολύβουο, μυθικό όσο αστικό, τόπος που καθετί έχει όνομα, σημασία, βαρύτητα. Εντός αυτού δυο άνθρωποι. Που βασίζονται μόνο σε αυτό το κοινό τους χαρακτηριστικό, ότι ανήκουν στο ίδιο είδος, δηλαδή, για να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις που τους χωρίζουν -από τον εαυτό τους, από τον άλλον. Εδώ όλα αιωρούνται κι αποκρύβονται: προθέσεις, ονόματα, προσωπικές ιστορίες, καθημερινότητα. Κι έτσι οι δυο ήρωες οδηγούνται στη σταδιακή απορύθμιση των επίκτητων χαρακτηριστικών τους και την αναδρομή στις ρίζες τους. Αντί για ονόματα πρωτόγονες κραυγές, αντί για comme il faut συζητήσεις περί καθημερινότητας διάλογοι με νόημα -ή με κανένα απολύτως, αντί για εγκεφαλικό «έρωτα» άγριο «σεξ».
Κι όμως, εδώ ο Bertolucci δεν μιλά για το ανώνυμο σεξ στην τουαλέτα ενός μπαρ, ούτε για την ανούσια εκτόνωση αναμενόμενων εκσπερματώσεων εντός μιας προβλέψιμης καθημερινότητας. Καταφτάνει στη γενετήσια πράξη ξετυλίγοντας τον μίτο της ύπαρξης, απεκδύοντας τον άνθρωπό του από τα ενδύματα της κοινωνίας. Ξεχάσαμε από πού προερχόμαστε, μας λέει ο Bertolucci, άρα και πού πάμε, τι έχει πραγματικά σημασία, τι μας κάνει ευτυχισμένους· αναλωθήκαμε στις ταμπέλες που εκδίδει μια κοινωνία, μια κυρίαρχη κουλτούρα, μια θρησκεία, μια γλώσσα ως όργανα επιβολής της τάξης. Η ονοματοδοσία προηγείται πια της ύπαρξης και της πράξης, πολλές φορές τις υποκαθιστά, υπονοεί, υπογραμμίζοντας την ύβρι. Έτσι, ο άνθρωπος του Bertolucci καθαγιάζεται στην ύλη του. Ύλη του τα υγρά του, ύλη του οι παρορμήσεις, ύλη του και οι φαντασιώσεις, οι σκέψεις. Μην παρεξηγηθώ. Ζητούμενο δεν είναι, μόνο, η ικανοποίηση των βαθύτερων ενστίκτων μας. Χωρίς, όμως, την αφετηρία μας από την αναγνώριση και παραδοχή τους, δεν υφίσταται ικανοποίηση. Ζήτημα θεμελιώδες για την ύπαρξη, ακόμη και στα πλαίσια μιας κουλτούρας που απορρίπτει μετά βδελυγμίας τον όρο «ικανοποίηση» για να θεοποιήσει τον όρο «ευτυχία». Είναι για αυτό που οι περιπτύξεις των δύο πρωταγωνιστών μοιάζουν με μια ξέφρενη κούρσα προς τα προϊστορικά σπήλαια. Ζωώδης ανάγκη για τη σάρκα, ικανοποίηση δυσεξήγητων ορμών, αδιαφορία για τα συναισθήματα, ιδίως του άλλου. Βίαια, με όπλο ένα κομμάτι βούτυρο, ο Bertolucci δεν θα αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη: η μεσοαστική κουλτούρα, με τα κυριακάτικα παντεσπάνια, τα ανεπίλυτα οιδιπόδεια και τις θρησκευτικές επιταγές πρέπει να πεθάνει. Το σεξ, η απόλαυση, η έλξη δεν χρειάζονται ειδική αδειοδότηση ή ειδικό σκοπό (την τεκνοποίηση) για να υπάρξουν. Απόδειξη; Η φύση έβαλε την μία τρύπα δίπλα στην άλλη και τα μάτια μας πολύ πιο μακριά για να μπορούμε να πούμε με σιγουριά τη διαφορά. Ους η libido συνέζευξε, Θεός μη χωριζέτω.
Κι έπειτα, μοιραία, η αντίστροφη τροχοδρόμηση. Οι ιστορίες, το παρελθόν, τα ονόματα, οι προσδοκίες, τα συναισθήματα τρυπώνουν από τα μισάνοιχτα παράθυρα. Μία ταφή απελευθερώνει τον Paul από την προηγούμενη ζωή του· η βέρα, ο εραστής της διπλανής πόρτας, ένα ξενοδοχείο που σαπίζει εκ των έσω ενταφιάζονται πια μαζί με τη σωρό της γυναίκας του. Τώρα πια, μπορεί και θέλει να φερθεί «πολιτικώς ορθά» στη Jeanne -γιατί είναι ελεύθερος, όχι γιατί έτσι είθισται. Μια Jeanne που πρόκειται να παντρευτεί, που μπόρεσε να ξεπεράσει τον, κοινωνικά απορριπτέο, βιασμό της αλλά όχι και την, κοινωνικά αποδεκτή, απόρριψη. Ένας διαγωνισμός τάνγκο, χορού των αστικών στρωμάτων, στην άλλη άκρη του ωκεανού, θα σημάνει το τέλος της σχέσης τους. Ύστατη πράξη αποστασίας του Paul προς μια ύπαρξη δική του: το τάνγκο, στο δικό τους σύμπαν, δεν έχει βήματα 1-2-3-4, καρτελάκι διαγωνιζομένου, ούτε λαιμούς σε αγκύλωση. Ό,τι συνιστά προσβολή για την αίθουσα χορού, είναι απόδειξη ζωής στο δικό τους σύμπαν. Όλα θα τελειώσουν λίγο αργότερα. Ο Paul, ο πρωτόγονος που μέσα από τα ένστικτά του έφτιαξε την κοινωνική του υπόσταση, ηττάται κατά κράτος από την αδύναμη μπροστά στις αστικές προσδοκίες Jeanne. Κάθε απόπειρα διαφυγής από μια κοινωνία που επιβάλλεται στην ατομικότητα -καταδυναστεύοντάς τη- είναι καταδικασμένη. Το είπε κι ο Αριστοτέλης. Πολιτικά ζώα οι άνθρωποι. Σύμφωνοι, λέει ο Bertolucci. Αλλά ζώα.
Ο Paul ψυχορραγεί. Και μαζί του σβήνει η καθαγιασμένη, παρερμηνευμένη, περσόνα του Brando. Η εμβληματική εικόνα τού νεαρού ανυπόταχτου με το λευκό t-shirt, η απόλυτη αμερικανική συλλογική προβολή καταπιεσμένων επιθυμιών και φαντασιώσεων, ο αντίποδας -κι άρα η νομιμοποίηση- της κανονικότητας της αμερικανικής αστικής τάξης, πέφτει νεκρή από μια σφαίρα. Μέσω του Paul ο Bertolucci καταφέρνει ένα πλήγμα στον παραμυθένιο, και παραμυθιασμένο, αμερικανικό μεσοαστικό αντικατοπτρισμό στο πρόσωπο του Brando. Η ανάπτυξη της ιστορίας στηρίζεται, άλλωστε, στη λειτουργία των αντικατοπτρισμών. Ο Bertolucci, ταγμένος στη βυθοσκόπηση των χαρακτήρων του, επιλέγει να διχοτομεί τα κάδρα του, συνήθως χρησιμοποιώντας έναν τοίχο ως κάθετο άξονα. Από τη μία ο Paul, το παρόν, ένας άνθρωπος σε διαδικασία μεταμόρφωσης, αποσύνδεσης από το περιβάλλον. Από την άλλη το παρελθόν, το πιθανόν, ο φαντασιακός άλλος (όπως κινηματογραφείται υποδειγματικά στο κάδρο με τον Paul και τον Marcel να φορούν πανομοιότυπες ρόμπες και να μιλούν για την ίδια γυναίκα, την κοινή αγωνία περί τριχόπτωσης ή μπάκας...). Άλλοτε πάλι επιλέγει την χαρακτηριστική κίνηση της κάμερας, που καταφέρνει να κάνει τον κόσμο να μοιάζει ρευστός και χαώδης, συνεκτικός κι όχι συρραμμένος από αποσπασματικές σκηνές και χαρακτήρες. Κι άλλοτε τις διαφορετικές γωνίες λήψης: ο Paul πότε-πότε μοιάζει με τον Corleone, τρομακτικός και μυστηριώδης, κι άλλες στιγμές μοιάζει μικρός, αδύναμος, ήρωας που μετέχει μιας τραγικής μοίρας δίχως να το γνωρίζει. Όλα αυτά βαπτισμένα στην υποδειγματική φωτογραφία του Vittorio Storaro.
Άκουγα πάντα να λένε πως κόκκινο είναι το χρώμα του πάθους. Κι ύστερα ήρθε το Ultimo Tango a Parigi, λουσμένο στο πάθος και την ώχρα, κι είμαι σίγουρη πια πως το πάθος είναι η ρίζα που μας κρατά συνδεδεμένους με τη ζωή, το έδαφος που μας στηρίζει όρθιους, κι έχει χρώμα γήινο, αιώνιο όπως το χώμα που μας ανατρέφει και μας υποδέχεται, γήινο όπως τα βήματα ενός τάνγκο, στέρεα πάνω στη γη για να σε ωθήσουν στην ανείπωτη έκσταση. Ακόμη κι αν αυτό το τάνγκο είναι το τελευταίο.











Προσθήκη νέου σχολίου