
Αν οι τίτλοι τέλους έπεφταν στο 1:28:59 το Vertigo θα άξιζε πλήρως τη χλιαρή υποδοχή του στις αίθουσες εκείνη την άνοιξη. Γιατί τα πρώτα 90 λεπτά του δεν βάζουν υποψηφιότητα για κάτι περισσότερο από ένα αργόσυρτο, αξιοπρεπές, δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένο, post noir (όχι ότι αυτό είναι λίγο, αλλά, να, είναι η αναπάντεχη ντρίπλα στο 90' που κάνει τούτη 'δω την ταινία αριστούργημα).
Έως το 90' ο Scottie πρωταγωνιστεί σε μια αυτοεκπληρούμενη noir προφητεία: ο μέχρι πρότινος ντετέκτιβ γίνεται το κατάλληλο θύμα των προθέσεων του «κακού» Gavin, εξαιτίας μιας φυσικής αδυναμίας του (του ιλίγγου), ερωτεύεται -φυσικά- την οξυζεναρισμένη femme fatale που τοποθετείται ως δόλωμα μπροστά του και συντρίβεται -ακόμη πιο φυσικά- από το φονικό συνδυασμό της αδυναμίας και του πάθους του. Οπότε, αν σε κάποιο παράλληλο σύμπαν ζούσα το '58 και έπρεπε να γράψω αυτή τη στήλη (και, είπαμε, η ταινία έληγε στο 90'), θα υπερασπιζόμουν το πόνημα του Hitchcock ζουμάροντας στα τεχνικά χαρακτηριστικά του, κάνοντας τα στραβά μάτια στο χασμουρητό της πλοκής (αφού ούτε σε παράλληλο σύμπαν δεν θα μπορούσα να είμαι αδέκαστη απέναντι στον Alfie).
Γιατί, ως όφειλε στο δυσθεώρητο μέγεθος του ταλάντου του, ο Sir παραδίδει στο Vertigo μαθήματα σκηνοθετικής μαεστρίας. Ανάγει το dolly zoom του Roberts σε οργανικό κομμάτι της ταινίας, συνεχίζει, μετά το Rear Window, να μετατρέπει δόλια το θεατή σε συνένοχό του στο παιχνίδι της κλειδαρότρυπας, πετυχαίνοντας έτσι σε τέτοιο βαθμό την ταύτισή του με τον ήρωα του που όμοιά της δεν ματάδε το σινεμά, συνθέτει κάδρα οπτικής Εδέμ, αρπάζοντας την ευκαιρία να υπερτονίσει τη μηδαμινότητα της ανθρώπινης φιγούρας μπροστά στον όγκο του περιβάλλοντός της (προκαλώντας ίλιγγο στον θεατή), και αποτυπώνει, πλειοψηφικά, τόσο αντι-νουαρικά το ηλιόλουστο Σαν Φρανσίσκο που πετυχαίνει, αισίως, το βασικό εφέ του noir: την ονειρική φωτογραφική επένδυση των ηρώων και των τοποθεσιών. Σαν να λέμε, ένα νόμιμο film noir σε Technicolor... Ο Hitchcock θα μπορούσε να το έχει σκηνοθετήσει καλωδιωμένος στην εντατική.
Όταν στο 90', αντί να σφυρίξει τη λήξη, δείχνει παράταση, αρχίζει να ξεδιπλώνεται ενώπιόν μας το ανάπτυγμα ενός αριστουργήματος. Δέκα λεπτά αργότερα, το μόνο ερωτηματικό που αιωρούταν ακόμη στην ατμόσφαιρα εξαφανίζεται, η λύση του μυστηρίου μας προσφέρεται γενναιόδωρα, και ο «κακός», ή η τιμωρία του, φαίνεται πως δεν απασχολεί πια κανέναν. Ο Hitchcock εδώ δείχνει να αδιαφορεί παντελώς για τη διατήρηση του στέμματος του βασιλιά του σασπένς. Αντίθετα, ιχνηλατεί αντίστροφα την πορεία τού ήρωα, μεταφέροντάς μας μαζί του στα μέρη όπου χτίστηκε το δράμα του, υψώνει την εμμονή, την παραίσθηση και τον παραλογισμό του στον υπερθετικό βαθμό· όσο βαθύτερα του βουτά το κεφάλι στην παράνοια, τόσο μας απομακρύνει συναισθηματικά από αυτόν, παίρνοντας τις απαραίτητες σκηνοθετικές αποστάσεις, τοποθετώντας την κάμερα απέναντί του κι όχι λαθραία πίσω από τον ώμο του. Τώρα τα στοιχεία ενός ασυνήθιστου γρίφου παίρνουν τις σωστές τους διαστάσεις. Απαλλαγμένοι από την καταλυτικό μηχανισμό της αναζήτησης της λύσης ενός μυστηρίου (που μας αφήνει συχνά «ανάπηρους» ως θεατές, ανήμπορους να αντιληφθούμε οτιδήποτε άλλο εκτυλίσσεται μπροστά μας), συνειδητοποιούμε πως ο Hitchcock εδώ σκηνοθετεί το μεγαλύτερο αίνιγμα που αντιμετωπίσαμε ποτέ: το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αν ο Camus έγραφε το Μύθο του Σισύφου 16 χρόνια αργότερα, ο Scottie θα αποτελούσε ξεχωριστό κεφάλαιο. Από τη φαινομενολογία του Hitchcock, και το φιλμικό κόσμο που στήνει γύρω από τον ήρωά του, και το παραισθητικό βίωμα του Scottie εγείρεται το παράλογο, ακριβώς όπως και στο δοκίμιο του Camus: κάθε ελπίδα, κάθε δράση του ήρωα προς το αύριο τον φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο. Απεκδυόμενος κάθε προσπάθειας να ερμηνεύσει τον κόσμο λογικά, απαλλαγμένος από την ηθική (γι' αυτό και Πυγμαλίων), υποταγμένος στη σισύφεια επανάληψη κι απελευθερωμένος από την αναζήτηση νοήματος, ο Scottie ενσαρκώνει κινηματογραφικά τον παράλογο άνθρωπο, υποφέροντας τον υπαρξιακό ίλιγγο του Camus. Γι' αυτό και εκπληρώνει το πάθος του με κάθε τρόπο, γι' αυτό στο τέλος απομένει όρθιος στην άκρη του καμπαναριού -ελεύθερος, πιθανώς, από τον ίλιγγο που τον κρατούσε δέσμιο.
Στο Vertigo ο Hitchcock δεν είναι απλώς ο σκηνοθέτης του σασπένς με όρους σεναριακού παζλ, αλλά της εγγενούς αγωνίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι έτσι αβίαστα, τρυφερά, λίγο πριν τη συντριβή μάς ψιθυρίζει, δια στόματος Scottie: «I'm here, I've got you».
_01.jpg)











Προσθήκη νέου σχολίου