Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
παρουσιάζει
τα Βιβλία του Σινέ Επτά
[Διαβάζοντας το πλούσιο βιβλίο: David Thomson, Rosebud – Η Ζωή του Όρσον Ουέλλες, μτφρ. Δημήτρης Νόλλας, εκδ. Πάπυρος]

1. Ας μου επιτραπεί, Φίλες & Φίλοι, καθώς εγκαινιάζω το Αέναο Αφιέρωμα στον Orson Welles, να τον γράφω Όρσον Ουέλλες, γιατί έτσι μου τον έμαθε ο μακαρίτης ο πατέρας μου και η (δυστυχώς) μακαρίτισσα εποχή μας, η εποχή της Ψυλλιασμένης Αθωότητας, της Αθώας Προβοκάτσιας, της Υψηλής Αλητείας, και της Underground Αριστοκρατίας. Είδα τον Πολίτη Καίην δεκαπέντε χρονών παλικαράκι στον Βόλο, και έφαγα ένα σκαμπίλι αδιανόητο και δεν άλλαξα έκτοτε ρότα και μυαλό. Γιατί άλλωστε; Τι καλύτερο από το να διογκώνεις το εγώ σου, αλλά πάντα να έχεις κατά νου και την παπαδιαμαντική ηδύτητα της ταπεινότητας – έστω (ή μάλλον: καθότι) τίγκα στο κρασάκι; Τι πιο γοητευτικό, εντέλει, από το να επιχειρείς επιδρομές στο πουθενά, έστω και απείρως γαλάζιο πάντως πουθενά, να φαντασιώνεσαι ανατροπές και σαματάδες, όχι όμως με αθώα θύματα, όχι με αίματα, αλλά με μουσικές τρανές, με χαμόγελα πλατιά, με το δισάκκι πάντα ανοιχτό και για τον πλαϊνό, τον άλλο; Για ακούστε ποιος μιλάει:
2. Μιλάει ο Όρσον Ουέλλες: Απεχθάνομαι οποιονδήποτε θέλει να αφαιρέσει μια νότα από την ανθρώπινη κλίμακα. Πρέπει κάθε στιγμή να μπορούν να ηχούν όλες οι συγχορδίες.
3
. Κατόρθωσε να προκαλέσει, να αναστατώσει, να ανατρέψει, να καθιερώσει, να διαπρέψει. Επέμενε, όπως κάθε μέγιστος δημιουργός, κάθε αληθινός auteur, να κάνει μονάχα ό,τι πίστευε βαθιά ότι είχε νόημα, ουσία, κομψότητα, γοητεία. Έπαιξε σαν γεννημένος ταχυδακτυλουργός με την αλήθεια και το ψέμα, ιχνηλάτησε στη μεθόριο ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος, ανάμεσα στο αξιολάτρευτο και το αποκρουστικό. Ένα δάσκαλο αναγνώρισε, κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Βάρδο, τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Πάντα δήλωνε ευθαρσώς ότι η σημαντικότερη αρετή είναι η γενναιοδωρία. Ήταν θαυμαστά πληθωρικός, κάθε στιγμή φιλόδοξος και ποτέ ματαιόδοξος, χαμογελούσε και οι πάντες υποκλίνονταν μπροστά στο απαστράπτον χαμόγελό του. Οι συνεργάτες του τον σέβονταν απεριόριστα, οι φίλοι ήξεραν ότι ήξερε να τιμάει τη φιλία με τον πιο αφειδώλευτο τρόπο, οι εχθροί του έχουν όλοι τους χαθεί στη λίμνη της λήθης, οι γυναίκες τον λάτρεψαν όσο τις λάτρεψε κι αυτός. Κάθε του συμβολή στην ιστορία της τέχνης του εικοστού αιώνα είναι μία σημαντική χειρονομία. Ο κινηματογράφος, μετά το πέρασμα αυτού του αναγεννησιακού ανθρώπου, δεν είναι πια αυτός που ήταν. Ο καλλιτέχνης αυτός ήξερε να αλλάζει τους κανόνες, ήξερε να δημιουργεί νέα κριτήρια παίζοντας στα δάχτυλα τη διαλεκτική παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Άκουγε στο όνομα Όρσον Ουέλλες και ήταν ένας από τους τελευταίους Αριστοκράτες της Ανατροπής.

4. Μιλάει Όρσον Ουέλς: Ανήκω σ’ εκείνους που εκτιμώ την παρέα τους: σ’ εκείνους που έχω διαβάσει τα βιβλία τους, που μ’ αρέσει να κουβεντιάζω μαζί τους, που οι ζωγραφιές τους θέλγουν το βλέμμα μου. Ανήκω σ’ εκείνη την κοινότητα που επιστρέφει στις ελληνικές πηγές και της οποίας μερικά μέλη είναι σύγχρονοί μου.
5. Βόλος, 1975: Ο Πολίτης Καίην, στην Εξωρϊστική. Αθήνα 1977: Η Δίκη, Ο Ξένος, Ο Τρίτος Άνθρωπος, Ο Κύριος Αρκάντιν, F for Fake, όχι μ’ αυτή τη σειρά, αλλά ξανά και ξανα, και το 1977 και το 1978 και το 1979 και το 1980 – και μετά, όλα τα χρόνια, σε κάμποσες πρωτεύουσες της Ευρώπης, σε αίθουσες μικρές, σε φιλόξενες κάμαρες, με κονιάκ και με μπίρες, με ούζο και με καφέδες, με ουρλιαχτά και με ψιθύρους, Όρσον, Όρσον, Όρσον, Όρσον...
6
. Ο Τζορτζ Όρσον Ουέλς γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1915 στην Κενόσα του Ουισκόνσιν, κοντά στο Σικάγο. Η μητέρα του ήταν μια λίαν καλλιεργημένη και ευαίσθητη πιανίστα, ο πατέρας του ήταν μηχανικός και εφευρέτης, ενώ ο κηδεμόνας του, μετά το θάνατο των γονιών του, ήταν άσσος στην ταχυδακτυλουργία και τις μεταμφιέσεις. Όπως ξέρουμε, ο πολυσυλλεκτικός και αδηφάγος Όρσον τίμησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ό,τι καλύτερο είχε να του προσφέρει το περιβάλλον αυτό. Από μικρός αφηνόταν στη μαγεία της μουσικής, επιδιδόταν σχεδόν με μανία στις μεταμφιέσεις, έβρισκε δικές του πατέντες για το κάθε τι, και έπαιζε ατελείωτες ώρες με μια μικρή σκηνή για μαριονέτες που του δώρισε ο κηδεμόνας του, ο Δρ Μώρις Μπέρνσταϊν. Γυμνασιόπαιδο ακόμη, ο Όρσον θα χαρεί την αίγλη που σου προσδίδουν τα πρωτοσέλιδα, μιας και αποσβολώνει τους δημοσιογράφους με το πρώιμο εκρηκτικό ταλέντο του κάθε που εμφανίζεται σε σχολικές και ερασιτεχνικές παραστάσεις. Μόλις δεκαέξι ετών, απίστευτα ώριμος για την ηλικία του, και αφού αποσπά το βραβείο Δραματικών Σωματείων του Σικάγου για την καλύτερη παράσταση των Κρατικών Σχολείων, ο Όρσον νιώθει ότι ο τόπος δεν τον χωράει, ετοιμάζει τις βαλίτσες του, και ταξιδεύει στη γενέτειρα του Σαίξπηρ. Έχει καταβροχθίσει σύνολο το έργο του Βάρδου, το έχει αφομοιώσει δημιουργικά, και αισθάνεται υποχρεωμένος να αποτίσει τον δικό του φόρο τιμής στη μεγαλοφυΐα του, να γίνει και ο ίδιος ένας διάκονος του σαιξπηρικού λόγου, να γίνει και ο ίδιος ερμηνευτής σπουδαίος αλλά και πρωτότυπος δημιουργός.
[Συνεχίζεται]
ΣΧΕΤΙΚΑ VIDEO:







Προσθήκη νέου σχολίου