
«Με καταδικάσατε όχι γι’ αυτά που αναφέρει η κατηγορία, αλλά γιατί σεβάστηκα τον εαυτό μου, γιατί ντράπηκα να σας πω ό,τι θα σας ήταν ευχάριστο, γιατί δεν καταδέχτηκα να κλάψω, να ξεπέσω σε καμώματα ανάξια, που εσείς τάχατε συνηθίσει από τους άλλους». Είναι τα τελευταία λόγια του Σωκράτη. Κι όμως, θα μπορούσαν να είναι και τα τελευταία λόγια της Στέλλας.
Απέναντι από το χαρακτήρα που εμπνεύστηκε ο Καμπανέλλης, κοντοστάθηκε ο Ζορμπάς, εμπνεύσεως Νίκου Καζαντζάκη. Τέσσερις άνθρωποι τον συνάρπασαν και τους αναφέρει ονομαστικά: «Όμηρος, Μπέρξονας (εννοεί τον Γάλλο φιλόσοφο Μπερξόν), Νίτσε και Ζορμπάς». «Ο Ζορμπάς», έγραψε, «με έμαθε να αγαπώ τη ζωή και να μη φοβάμαι το θάνατο». Γιατί ο Ζορμπάς δεν ήταν προϊόν μυθοπλασίας, αλλά πρόσωπο υπαρκτό.
Και η Ελλάδα λάτρεψε τόσο τη Στέλλα όσο και τον Ζορμπά. Τόσο που, στο τέλος, τους άφησε εκεί, απλησίαστους, στο «ράφι» του μύθου. Σήμερα, αχνοφέγγουν ως φορείς μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια. Σκεφτείτε το λίγο: Η Στέλλα θα κάγχασε Μερκουρικά με την «απελευθέρωση» του σήμερα, που έκανε τελικά τη γυναίκα πολύ πιο ευάλωτη, έτσι όπως φορτώθηκε και την «ανεξαρτησία» της, αλλά και όλα τα βάρη της οικογενειακής ζωής. Και ποιος από εσάς φαντάζεται τον Ζορμπά φορτωμένο με πιστωτικές κάρτες και… «διακοπο-δάνεια»; Τι σχέση θα μπορούσε να έχει με τον σημερινό Έλληνα, τον δέσμιο της κατανάλωσης και της αυτοσχέδιας ψυχανάλυσης. Ούτε καν τα «καμάκια» (που πολλές από τις «επιτυχίες» τους χρωστούσαν στο Ζορμπά) δεν υπάρχουν πια.
Μόνο ένα φτηνό εργατικό δυναμικό και ένα νήμα κομμένο – οριστικά πια με το θάνατο του Μιχάλη Κακογιάννη.











Προσθήκη νέου σχολίου