
Αντιμέτωπος με το είδωλό του έρχεται ο Howard Hughes στο φινάλε του The Aviator (2004). Μέχρι να φτάσει εκεί, έχει ακολουθήσει τη γνώριμη για όλο το σκορσεζικό μαρτυρολόγιο πορεία ανόδου και πτώσης. Χωρισμένο σε δύο μέρη, το φιλμ θαμπώνει με το εκτυφλωτικό πρώτο μισό της επιτυχίας, για να προσγειωθεί απότομα στη συνέχεια με επίκεντρο την εμμονοληπτική διαταραχή του ήρωα. Κι αν σε επίπεδο επιφανειακό, η σκηνοθετική ματιά δεν χάνει πολλή από τη λάμψη της ούτε στο δεύτερο μισό, η τελική επικράτηση του Hughes τόσο ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής όσο κι αναφορικά με το magnum opus του (το αεροπλάνο με το όνομα Hercules) έρχεται για να συγχύσει ακόμα περισσότερο. Είναι αναμφίβολα δελεαστικό να προσπεράσεις τις λεπτές αποχρώσεις της αφήγησης, καλά κρυμμένες κάτω από μία κινηματογραφική εξτραβαγκάντσα, και να βρεις στο The Aviator μια δοξολογία του καπιταλιστικού μύθου της κατά μόνας επιτυχίας.
Διόλου τυχαία, όμως, ο Scorsese επιλέγει να χαμηλώσει τα φώτα λίγο πριν το φινάλε, κι ενώ ακόμα ηχεί στο θεατή το γοργό καρδιοχτύπι της επιτυχίας και της δικαίωσης του ήρωα. Το κοίταγμα στον καθρέφτη, κλασικό σύμβολο αυτο-συνειδητοποίησης και αυτοκριτικής, και το επίμονο μουρμουρητό υποσκάπτουν με διαβρωτική ορμή όλα εκείνα που οι προηγούμενες δυόμιση ώρες έχτιζαν. Η συντριβή του Hughes αποκτά διαστάσεις αρχαιοελληνικής τραγωδίας ακριβώς επειδή πίστεψε στη φενάκη του μύθου του, στο παραμύθι που ένα ολόκληρο σύστημα του σέρβιρε ως δικό του και στο οποίο ήταν καταδικασμένος να χάσει. «The way of the future…» προειδοποιεί ο Martin, όχι με κρότο αλλά με πνιγμένο λυγμό.
Η τραγική διάψευση των προσδοκιών που γεννά ο κοινωνικός περίγυρος είναι κοινή γεύση για τους σκορσεζικούς ήρωες. Ο Henry Hill (Goodfellas, 1990) έζησε μια ολόκληρη ζωή με το γκάζι πατημένο, θεωρώντας εαυτόν ανέγγιχτο, αλλά η διαστρεβλωμένη, αμερικανική ιδέα της επιτυχίας (και της ευτυχίας) είναι εφήμερη. Το βλέμμα του στο φινάλε της ταινίας - τώρα πια ένας ακόμη πολίτης της suburbia με ζωή σε αυτόματο πιλότο - είναι χαρακτηριστικό.
Σκιαγραφημένη με σαφέστατα λιγότερη ειρωνεία αλλά εξαίσια δραματική λεπτότητα, είναι η παρεμφερής κατάληξη του Newland Archer (The Age of Innocence, 1993). Ο καθωσπρεπισμός και ο συντηρητισμός της αμερικανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα αποδεικνύονται βιαιότεροι των τακτικών της μαφίας και ο ήρωας θα γνωρίσει διπλή ήττα: όταν θα γευτεί την απόδραση από τη «φυλακή» μέσω της Madame Olenska και, κυρίως, όταν θα συνειδητοποιήσει τι είχε τόσα χρόνια μέσα στην αγκαλιά του αλλά το άφησε να φύγει. Αξέχαστο θα μείνει το τελευταίο πλάνο ανθολογίας, παραδοχής και στωικής αντίδρασης στην ήττα. Το συγκεκριμένο φιλμ, ενώ φαινομενικά δεν κάνει καμία παραχώρηση στο γνωστό, υπερκινητικό στιλ του σκηνοθέτη, αποτελεί εύλογα το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα λεπτών, δαντελένιων επιλογών. Προσέξτε πως η κάμερα διαγράφει τις διαδρομές ερωτικών επιθυμιών που αλλιώς θα έμεναν ανέκφραστες. Ή πως ένα απλό αλλά εκπληκτικό στη σύλληψή του σκηνοθετικό εύρημα όπως το dissolve των σκηνών σε εκρηκτικό χρώμα (κι όχι σε μαύρο που είναι ο καθιερωμένος κανόνας) απελευθερώνει τα ασφυκτιούντα πάθη.
Το πορτρέτο της Αμερικής του 19ου αιώνα θα ολοκληρωθεί με το Gangs of New York (2002). Στην τελευταία ώρα του φιλμ, ο Scorsese επιδεικνύει μια εξαίρετη αίσθηση ρυθμού (μακράν ο κορυφαίος κινηματογραφικός δημιουργός σε αυτόν τον τομέα) για να εικονογραφήσει μια κοινωνία σε χάος, αφήνοντάς σε με την αίσθηση πως παρακολουθείς επί της οθόνης το τέλος του κόσμου. Η σύγχυση, σε σημείο αντιστροφής, των αξιών σε ένα σύστημα που μας μετατρέπει κατά βούληση σε θύτες ή θύματα, μπορεί να εντοπιστεί σε πολλά ακόμα σημεία του έργου του. Ας θυμηθούμε πως ο ευυπόληπτος, οικογενειάρχης, δικηγόρος του Nick Nolte στο Cape Fear (1991) επιλέγει αυτός τη λύση της αυτοδικίας και προσλαμβάνει …τραμπούκους για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον τρομακτικό Max Cady. Φυσικά και αποτυγχάνει, γιατί έμαθε να βλέπει τον κόσμο μέσα στη μανιχαϊστική αντίθεση του καλού και του κακού, τη στιγμή που ο ήρωας του DeNiro κατοικεί πέραν αυτής. «Happy endings happen only in the movies», όπως άλλωστε θυμίζει ο Georges Méliès στο μικρό Hugo.
(Αύριο: Η κάθαρση ανήκει στους ποιητές)











Προσθήκη νέου σχολίου