
Άλλοτε λαμπρό τέκνο κι άλλοτε το μαύρο πρόβατο, ο Scorsese κέρδισε την μάχη με τη σαρκοβόρα βιομηχανία του Hollywood μένοντας πιστός στον εαυτό του, στα πιστεύω του και στο όνειρό του. Μια συνοπτική σύγκριση με τους υπόλοιπους μεγάλους σκηνοθέτες της γενιάς του είναι εύγλωττη. Τα φιλμ του που κατηγορήθηκαν ως ρέποντα υπέρ του δέοντος προς σκοπούς εμπορικούς ήταν είτε υπερβίαια γκανγκστερικά δράματα μελετημένης χαρακτηρολογίας (The Departed), είτε αριστοτεχνικές ασκήσεις ύφους (Shutter Island). Την ίδια ώρα, ο De Palma έχει στο ενεργητικό του το The Bonfire of the Vanities, ο Coppola το Jack, ενώ ο Spielberg στόχευσε εξαρχής στα ευρύτερα στρώματα.
Το σινεμά του Scorsese είναι προσωπικό σε ποιότητα και βαθμό ασύγκριτο για τα δεδομένα της σύγχρονης αμερικανικής κινηματογραφίας. Δεν περιορίζεται μόνο σε θεματικές και στιλιστικές εμμονές, αλλά κάποιες φορές προσεγγίζει ευθέως την αυτοβιογραφία. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς το Mean Streets ή το Hugo, δύο φιλμ που τα χωρίζουν σαράντα ολόκληρα χρόνια; Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν τον βοήθησε να αποφύγει την τυποποιημένη κατηγοριοποίηση στο μυαλό του κοινού και των κριτικών. Για τους πρώτους θα είναι πάντα ο σκηνοθέτης της μαφίας και των εγκληματιών. Για τους δεύτερους είναι ο δημιουργός ενός κινηματογραφικού «τρόπου» υπερσκηνοθετημένου, αεικίνητου (η Pauline Kael τον αποκαλούσε «δαίμονα της ταχύτητας»), σαρωτικού και ηχηρού.
Το συγκεκριμένο στιλ έβαλε ουκ ολίγες φορές τον Scorsese σε μπελάδες. Πολλοί απέρριψαν το Taxi Driver (ειδικά στην εποχή του) βλέποντας στον Travis Bickle την προσωποποίηση του καθημερινού φασισμού. Το ίδιο συνέβη και με το The Aviator για το οποία γράφτηκαν πολυάριθμες κατηγορίες περί υπεράσπισης του (αμερικανικής έκφρασης) καπιταλισμού. Αμφότερες οι πλευρές αυτές έχασαν ένα λεπτό, μα ουσιώδες στοιχείο της δουλειάς του Scorsese. Σκηνοθεσία δεν είναι μόνο το ντεκουπάζ, η κίνηση της κάμερας, ο ρυθμός του μοντάζ (ακόμα κι αυτά, βέβαια. παρεξηγούνται εύκολα όταν δε φωνάζουν το πραγματικό τους μήνυμα). Είναι και η αφήγηση, ο συχνά υπόγειος τρόπος με τον οποίο αυτή τίθεται σε τροχιά και μαρτυρά το πραγματικό βλέμμα του δημιουργού. Είναι και η επιλογή μιας συγκεκριμένης γωνίας λήψης ή μιας στιγμής εκκωφαντικής σιωπής.
Ο Scorsese, αντίθετα με τα φαινόμενα, είναι μαέστρος σε αυτού του είδους τη …κοντοβελονιά. Χάρη σε αυτό το μοναδικό του άγγιγμα μπορεί να ακροβατεί σε θέματα επικίνδυνα – και τι πιο δύσκολο από τη σύζευξη υπαρξιακών ερωτημάτων με μια κριτική του κοινωνικού περίγυρου στον οποίο εκείνα ευδοκιμούν – και να ανταπεξέρχεται. Tουλάχιστον για όσους δεν επιλέγουν να αγνοούν τις ουσιαστικές λεπτομέρειες.
(Αύριο: Martin Scorsese – Ο Ταξιτζής και ο μύθος της αυτοδικίας)










Προσθήκη νέου σχολίου