Τρέχουν οι εξελίξεις στην Αθήνα και στο μεταξύ στο Βερολίνο, το Ισπανικό Didacto, του Φανταστικού χώρου, όχι όμως και του μεταφυσικού (παίζει με αυτό που αποκαλούμε «Φανταστικό της Αμφιβολίας») ξεκινά υποβλητικά για να οδηγηθεί σε κούφιο σασπένς και ξενέρωτες αποκαλύψεις – με ήρωα έναν άνδρα που υποχρεώνεται από την καλή του να συμμετάσχει στην κηδεμονία της μικρής Χούλια, κόρης ενός αυτόχειρα με τον οποίο είχε συμπράξει σε ένα φρικτό έγκλημα, η μνήμη του οποίου κρατά από τα παιδικά του χρόνια. Ωραιότατη φωτογραφία, αλλά ελάχιστα συμβαίνουν πέραν της όποιας δημιουργίας ατμόσφαιρας. Τσαχπίνικο το τελευταίο πλάνο όμως.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον προέκυψε το ντοκιμαντέρ του Κέβιν ΜακΝτόναλντ για τον Μπομπ Μάρλεϊ ονόματι, απλά «Μάρλεϊ». Με πλήθος συνεντεύξεων (όλοι τους άνθρωποι του στενού του περιβάλλοντος και δίχως καμιά αγιογραφική πρόθεση), η ταινία πιάνει κάθε πτυχή του καλλιτέχνη, από το γενεαλογικό του δέντρο και τα πρώτα του μουσικά βήματα, μέχρι τις αντιφάσεις του χαρακτήρα του (ανθρωπιστής / φρικτός πατέρας, υπέρ της συντροφικότητας / μεγάλος μπερμπάντης) και τη larger-than-life που, επί σκηνής, μπορούσε να πετύχει τα πάντα. Σιχαίνομαι τη ρέγγε και, βγαίνοντας από την αίθουσα, δεν έχω μάθει να την αγαπώ (είναι θέμα αισθητικής αυτό, φαντάζομαι – ο καθένας με τη δική του) αλλά πιάνω τον εαυτό μου να έχει οδηγηθεί σε μια άλλου επιπέδου κατανόηση της κουλτούρας πίσω από τις νότες της. Να με συμπαθάτε για την «απαγορευμένη» λέξη, ξεχνάω ότι στην Ελλάδα η λέξη «κουλτούρα» είναι βρισιά.
Ύπνος ελαφρύς με το «I, Anna», όπου η Σάρλοτ Ράμπλινγκ μπορεί να σκότωσε ή και να μη σκότωσε ένα διεστραμμένο εργένη αναζητώντας σύντροφο για τις μοναχικές της νύχτες, μέχρι που ο εξίσου μοναχικός επιθεωρητής (που ενσαρκώνει ένας σταθερά γοητευτικός Γκάμπριελ Μπερν) την παρακολουθεί και επειδή τη θεωρεί ύποπτη αλλά και επειδή την ποθεί. Τελικά τι απομένει; Μια ασήμαντη ίντριγκα, φιλμαρισμένη ψευτο-εντυπωσιακά (ταλαιπωρημένο σινεμασκόπ) και επενδυμένη με άστοχη electronic μουσική υπόκρουση.
Ναι, άλλη δουλειά από το να βλέπω ταινίες δεν κάνω. Είδα και το Barbara του Κρίστιαν Πέτζολντ που λίγα χρόνια πριν εδω είχε κάνει τον κόσμο να παραμιλά με το Yella, μια καρμπόν-κόπια του Carnival οf Souls με ψεύδο-intellectual περιτύλιγμα: εννοείται πως όσοι είχαν τότε εκθειάσει εκείνο το φιλμ δεν είχαν καν ακούσει το αυθεντικό (μπασκλασαρία το φανταστικό) αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με άλλου τύπου ιστορία: νεαρά γιατρός ερωτεύεται πρακτοράκο – βρισκόμαστε στην εποχή του διχοτομημένου Βερολίνου. Άκρως κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ωραίες ερμηνείες, μόνο που στο φινάλε η ταινία δεν έχει να πει και πολλά. Μοιάζει, κι αυτή, με άσκηση ύφους.
Τελος, σκέτη ασφυξία το Captive του Brillante Mendoza, αν και είναι αρκετά πιο... light σε σχέση με το ολότελα βάρβαρο (και βραβευμένο στις Κάννες) Kinatay, με την Ιζαμπέλ Ιπέρ να βαρυγκωμά ως όμηρος τρομοκρατών της ομάδας του Οσάμα Μπιν Λάντεν, παρέα με πολλούς άλλους άτυχους, το έτος 2001. Η ιστορία πραγματική μας λένε, και η ταινία κάνει ό,τι μπορεί για να στηρίξει το ρεαλισμό της - μέχρι και μια (πραγματική;) γέννα καταγράφει, έτσι για να χορτάσουμε θέαμα. Δε λέω, σκηνοθετικά υπάρχει μια δύναμη εδώ (αν και δε νομίζω το Υπουργείο Τουρισμού των Φιλλιπίνων να εκτιμά τη μέχρι τώρα φιλμογραφία του Μεντόζα), αλλά το έχουμε πιάσει το νόημα στο μισάωρο. Πέραν αυτού, τιποτε άλλο σημαντικό δε λέγεται. Και ποιανού ιδέα ήταν ακριβώς αυτή με το ψηφιακό παγώνι;










Προσθήκη νέου σχολίου