
Η σκηνή λιτή, δίχως πολλά σκηνικά, minimal που λένε. Ο θίασος ερμηνεύει το τελευταίο μέρος του σεξπηρικού Ιούλιου Καίσαρα. Το κοινό τους αποθεώνει. Και, μετά το πέρας της παράστασης, μια ομάδα αστυνομικών τους μαντρώνει. Οι ηθοποιοί είναι όλοι τους τρόφιμοι φυλακών υψίστης ασφαλείας και η συμμετοχή τους στις παραστάσεις εντάσσεται στο πλαίσιο του αναμορφωτικού τους προγράμματος. Η παράσταση σε έγχρωμο. Οι πρόβες σε ασπρόμαυρο.
Παππούδες, ε; Κούνια που σας κούναγε!
Ο Σαίξπηρ ποτέ δεν υπήρξε πιο διεισδυτικός πολιτικά απ’ ότι στον Ιούλιο Καίσαρα: Η ανθρωπιά και ειλικρίνεια με την οποία ο Βρούτος και οι άνδρες αποφασίζουν να αντισταθούν στην αδικία και την τυραννία, τους καθιστούν ολοκληρωτικά ακατάλληλους να αντιμετωπίσουν την πονηριά και τη δύναμη των όσων αντιτίθενται σ’αυτούς. Ο κύκλος της ανθρωπότητας από τον οποίο δεν ξέφυγε ποτέ η Ιστορία. Ούτε και οι τρόφιμοι στους οποίους ο σκηνοθέτης εμπιστεύεται τους πρώτους ρόλους. «Δεν μπορώ να παίξω με αυτό το φίδι» φωνάζει ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον Καίσαρα έχοντας απέναντι του τον «Κάσιο» του, που, μαθαίνουμε, τον έχει ταιριαστά, ρουφιανέψει στους φύλακες χρόνια πριν.
Δεν χρειάζεται καμία αναφορά στο πρωτότυπο από ειδικούς, δεν χρειάζεται καμία νύξη εκ μέρους των Ταβιάνι. Όλα προκύπτουν από τη δραματοποιημένη καταγραφή των προβων που διαρκούν έξι μήνες. Και στο φινάλε, ο τρόφιμος γυρίζει στη κάμερα και μονολογεί: «από τότε που γνώρισα τη τέχνη, αυτό το κελί έγινε φυλακή». Οι Ταβιάνι έχουν στη κυριολεξία "στύψει" ό,τι θα μπορούσε να προκύψει από το όλο εγχείρημα τους. Το μόνο που σου μένει είναι μια Μεγάλη Ανατριχίλα.










Προσθήκη νέου σχολίου