
Είμαι σχεδόν σίγουρη πια πως οι γυναίκες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές που προσπαθούν να γίνουν η γυναίκα των ονείρων τους και σε αυτές που αναλώνονται στο να τη ζηλεύουν αφόρητα. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε αβάσταχτα κλισέ για της γυναίκας την καρδιά, ακόμη πιο αβάσταχτες ρεκλάμες θηλυκότητας και μεγατόνους ελαφρότητας, ξεπροβάλλει ένας γυμνός ώμος. Ένας ώμος απρόσβλητος από την εκφυλιστική ασθένεια της τσάμπα τσόντας, ελαφρύς από το άχθος της καλογυαλισμένης σιλικόνης. 1946, Αργεντινή. Η Gilda (Rita Hayworth) θα ορίσει με σαφήνεια, μέσα σε 150 δευτερόλεπτα, τι θα πει «γυναίκα».
Αφού έχει αποτελέσει κορυφή του αναπόδραστου ερωτικού τριγώνου, κι έχει στεφθεί δικαιωματικά drama queen και πόρνη, οδεύει αγέρωχη -και μεθυσμένη- προς τη δυναμίτιδα. Η Gilda, φορώντας ένα μαύρο σατέν στράπλες φόρεμα, τα ψηλοτάκουνά της και δυο γάντια, εμφανίζεται ενώπιον των καλοζωισμένων θαμώνων του καζίνο, προετοιμασμένη να τους διεγείρει όλους, αποζητώντας να προκαλέσει μόνο έναν. Αυτή που ξέρει πως ένα της βλέμμα μόνο είναι αρκετό για να σε σωριάσει στο πάτωμα, λικνίζεται κοριτσίστικα, γι' αυτό και τόσο ερωτικά, κρυφοκοιτά πίσω απ' τις τούφες της, απαλλάσσεται τελετουργικά από το γάντι της, κάνοντας το άρρεν κοινό της να ικετεύει για ανκόρ. Στο τέλος απομένεις να αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που σε βρήκε, πώς ένα γυμνό χέρι και ένα θολό βλέμμα σ' έκαναν να αναθεωρήσεις ό,τι λόγιζες μέχρι σήμερα για θηλυκό, να παρακαλάς για λίγο ακόμα, να ακυρώνεις μέσα σου κάθε καλολαδωμένη, σιλικονάτη μηχανή του σεξ που σου αποκαλύφθηκε τόσο ανέξοδα, με μόνο τρία «w» κι ένα ποντίκι ανά χείρας.
Κι η καταστροφή τής αλλοτινής σου ερωτικής ευδαιμονίας δεν σταματά εκεί. Γιατί «in a man's world», στο τέλος του πιο μάτσο πολέμου, όταν σακατεμένοι ήρωες συρρέουν σε φιλόξενες γυναικείες αγκαλιές, αποζητώντας την αλλοτινή τους ανεμελιά κρεμασμένοι από κοκκινοβαμμένα χείλη, η Gilda, που μέχρι τότε έκρυβε ενοχικά τις προλήψεις της, αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη, ανάμεσα σε δυο αρσενικές συμπληγάδες που κομπάζουν, αφελώς υπαρξιακά, πως καθορίζουν μόνοι τη μοίρα τους (δραπετεύοντας επιτυχώς απ' τις ευθύνες τους). Στο χείλος του γκρεμού, ταπεινωμένη, εγκλωβισμένη, αδάμαστη, προκαλεί τον θύτη της (όχι, όμως, λιγότερο θύμα της) να ποντάρουν τα ρέστα τους. Και να μείνουν εκεί για να συλλέξουν, ό,τι κι αν φέρει η ρουλέτα. Λίγο αργότερα κανένας από τους άνδρες που την περικυκλώνουν δεν θα έχει πια το προνόμιο να δραπετεύει.
Αν με ρώταγες γιατί αυτή η σκηνή μου 'χει μείνει χαραγμένη, εμένα που δεν χρειάστηκε να «ανδρωθώ» ποτέ, θα σου απαντούσα εύκολα πως σ' αυτή βρίσκω τη γυναίκα που προσπαθώ να γίνω. Γιατί η ομορφιά, ό,τι κι αν λένε κάποιοι, είναι αξία διαχρονική, κι ας αλλάζει μακιγιάζ στις στροφές του χρόνου.










Προσθήκη νέου σχολίου