
Μπορεί το οικογενειακό του όνομα να είναι …Παπαδόπουλος, μπορεί η καταγωγή του να εντοπίζεται κάπου στη Μεσσηνία, ωστόσο ο Alexander Payne θεωρεί εαυτόν γέννημα – θρέμμα της Omaha. Και το κάνει με καμάρι: η μεγαλύτερη πόλη στην πολιτεία της Nebraska είναι η πατρίδα σπουδαίων ανδρών του αμερικανικού σινεμά. Από τον Marlon Brando και τον Montgomery Clift, έως τον Fred Astaire και τον Nick Nolte. Η αγάπη του για το συγκεκριμένο τόπο αποτυπώθηκε ουκ ολίγες φορές στα φιλμ του. Δεν τον εμπόδισε, ωστόσο, να πάρει τις βαλίτσες του και να πραγματοποιήσει παρέα με τους ήρωές του μερικά από τα πιο διεισδυτικά - στη σπαρακτική τους ειλικρίνεια - ταξίδια της πρόσφατης κινηματογραφικής μνήμης.
Το μοτίβο του road trip είναι ένα από τα αγαπημένα του, αλλά όχι και το μόνο στο οποίο επανέρχεται με τρόπο συστηματικό. Στις ταινίες του βρίσκουμε πάντα ήρωες μοναχικούς, αντιμέτωπους με την πρόκληση της ωρίμανσης που τελικά δεν έρχεται ποτέ. Σε μια πρώτη ανάγνωση θα τους αποκαλούσαμε losers, αλλά η ηττοπάθειά τους κρύβει μέσα της μια βαθιά απογοήτευση για τις ανθρώπινες σχέσεις. Δύσκολες, απαιτητικές, πρόσκαιρες, τραυματίζουν περισσότερο ακριβώς επειδή σε αφήνουν να γευτείς τους χυμούς τους πριν σε εγκαταλείψουν. Δεν είναι τυχαίο που η συζυγική απιστία θίγεται στο Election και στο Sideways, ενώ αναδεικνύεται σε βασικό αφηγηματικό όχημα στα About Schmidt και The Descendants. Στο δε ντεμπούτο του, Citizen Ruth, ο θεσμός της αγίας οικογένειας τίθεται στο επίκεντρο της σάτιρας. Η αιώνια ανάγκη του ενός να γίνει δύο γνωρίζει τη συντριβή της στο σινεμά του Payne, με τον εκάστοτε κεντρικό χαρακτήρα να στρέφεται σε έναν μοναχικό αγώνα για αυτοεκπλήρωση.
Εδώ εντοπίζεται και μία επίμονη, αν και υπόγεια, γεύση συντηρητισμού στο έργο του Ελληνοαμερικάνου δημιουργού. Εστιάζει σε εκείνους που βρέθηκαν στη λάθος πλευρά του αμερικανικού ονείρου, τους ηττημένους μιας ιδεολογίας που δε διάλεξαν αλλά τους επιβλήθηκε. Όμως, η κριτική του δεν αγγίζει ποτέ τα θεμέλια αυτής της ιδεολογίας, το θεμιτό της ύπαρξης (ή της συντήρησης) της οποίας δε θίγεται παρά ελάχιστα. Μπορεί να αρέσκεται στην εικονογράφηση της αποτυχίας ενός ολόκληρου τρόπου ζωής, ωστόσο η έννοια της ευτυχίας για τον Alexander Payne συνοψίζεται στο τελευταίο πλάνο του The Descendants - αγκαλιά με τους δικούς σου, στον καναπέ μπροστά από την τηλεόραση.
Κι όμως, μια δεκαετία πριν, υπήρξε σαφέστατα πιο τολμηρός στον τρόπο που χειριζόταν το εργαλείο της ειρωνείας. Εν έτει 1996, το Citizen Ruth μπορεί να μην αποκάλυπτε ένα σκηνοθέτη με ξεχωριστή, προσωπική σφραγίδα, αλλά κέρδισε τους επαίνους της αμερικανικής κριτικής για τη θαρραλέα επιλογή θέματος. Ο Payne ενδιαφέρθηκε περισσότερο για μια απλή παράταξη gags που μέσα από τη λογική του παραλόγου στόχευαν στο γέλιο του θεατή, όμως η αντιμετώπιση του θέματος της έκτρωσης απέχει παρασάγγας από δήθεν προοδευτικά εγχειρήματα τύπου Juno. Τρία χρόνια αργότερα, έρχεται το Election, μια «σχολική» ταινία για εφήβους που εκτός από ανεπτυγμένες ορμές (μη νομίζετε ότι το φιλμ αμελεί αυτήν την πλευρά, ίσα-ίσα που εντυπωσιάζει με το πολιτικά ανορθόδοξο χιούμορ του περί σεξουαλικότητας), διαθέτουν κι ανεπτυγμένη νοημοσύνη. Η ταινία ξεφεύγει από τα κακώς κείμενα της εκπαίδευσης, ταρακουνάει τον εφησυχασμό της μπουρζουαζίας και χτυπάει ευθέως την περίφημη αμερικανική δημοκρατία και τις πολιτικές πρακτικές της.
Ο Payne ήταν ήδη ένας ώριμος, μεστός σεναριογράφος. Αυτό που του έλειπε ήταν η ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά. Τη βρήκε πλάι στον Jack Nicholson και με το About Schmidt ξεκινάει μια άτυπη τριλογία που θα συνεχιστεί με τα Sideways και The Descendants. Κερδίζει την καταξίωση, την αποδοχή της Ακαδημίας και, κυρίως, τον τίτλο μιας ξεχωριστής περίπτωσης auteur στο σύγχρονο αμερικανικό κινηματογράφο. Στα γλυκόπικρα του δράματα ο θεατής θα γνωρίσει μερικούς από τους πιο οικείους χαρακτήρες που συνάντησε ποτέ του στην μεγάλη οθόνη. Θα πονέσει, θα κλάψει και θα χαμογελάσει με ένα θλιμμένα ρομαντικό παραμυθά που προτιμά τις μικρές ιστορίες με τη μεγάλη καρδιά.
Όπως αυτή που κλείνει το Paris, Je t’aime. Στα επτά περίπου λεπτά της μικρού μήκους ταινίας «14e Arrondissement», συνοψίζεται ένας ολόκληρος «κινηματογραφικός τρόπος» που δεν μπορούμε παρά να αγαπάμε. Και βέβαιο είναι πως θα μας λείψει μέχρι την επόμενη συνάντησή μας μαζί του σε κάποια σκοτεινή αίθουσα. Σύντομα ελπίζουμε, κ. Payne.










Προσθήκη νέου σχολίου